Σ. Κουβελάκης: Το Ευρώ και η ΕΕ δεν μπορεί να είναι το όριο της πολιτικής μας!

ΑΡΙΣΤΕΡΗΣ ΠΛΑΤΦΟΡΜΑΣ, ΣΤΗΝ ΚΕ (13/4), ΓΙΑ ΤΟ ΕΥΡΩ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΞΟΔΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΥΡΩΖΩΝΗ
Στη συζήτηση που διεξάγεται και πάλι εν όψει της μάχης των ευρωεκλογών για τα θέματα της ΕΕ και του ευρώακούστηκε και πάλι από συντρόφους η άποψη ότι το θέμα δεν είναι το ευρώ και τα νομίσματα αλλά ο καπιταλισμός και οι πολιτικές που υπηρετούν τακυρίαρχα ταξικά συμφέροντα.
Αναμφισβήτητα καπιταλισμός και ανάλογες πολιτικές υπήρξαν και πριν το ευρώ, ή την δημιουργία ΕΕ, και υπάρχουν έξω από αυτές. Στον τρόπο όμως με τον οποίο επιβλήθηκε ο νεοφιλελευθερισμός στην Ευρώπη, η δημιουργία του ευρώ και η συγκεκριμένη μορφή που πήρε το ευρωπαϊκό εγχείρημα μετά την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη του 1986 ,τη Συνθήκη του Μάαστριχτ και όσες ακολούθησαν. Αυτό που δημιουργήθηκε ήταν ένα πλαίσιο που θωράκιζε τις νεοφιλεύθερες πολιτικές, που τις έθετε εκτός κάθεδημοκρατικού ελέγχου, ακόμη και αυτού του περιορισμένου που υπάρχει στα πλαίσια του αστικού κοινοβουλευτισμού. Είναι ένα πλασίο που δημιουργεί ένα είδος νεοφιλελεύθερου «αυτόματου πιλότου», και που καθιστά αδύνατη όχι μόνο την οποιαδήποτε ριζοσπαστική πολιτική αλλά ακόμη και τη διατήρηση του κοινωνικού κράτους και του σοσιαλιδημοκρατικού συμβολαίου.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Advertisements

Σ. Κουβελάκης: Χόλυγουντ – Μόναχο – Αθήνα: οι διαδρομές των «Δύο Άκρων»

 Του ΣΤΑΘΗ ΚΟΥΒΕΛΑΚΗ*
Σάλο έχουν προκαλέσει στις ΗΠΑ οι αποκαλύψεις του βιβλίου του Μπεν Αργουαντ που κυκλοφόρησε πρόσφατα υπό τον τίτλο: « Η συνεργασία. Το συμβόλαιο του Χόλυγουντ με τον Χίτλερ». Ο συγγραφέας, ιστορικός στον πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, εξηγεί τους λόγους για τους οποίους καθ’όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1930, και μέχρι την κύρηξη του πολέμου με τη Γερμανία, τα μεγάλα στούντιο του Χόλυγουντ απέφυγαν επιμελώς την παραγωγή οποιασδήποτε ταινίας με αντιναζιστικό/αντιφασιστικό περιεχόμενο, τορπιλίζοντας όλες τις σχετικές απόπειρες. Ακόμη και η αναφορά στον καλπάζοντα αντισημιτισμό ήταν ανεπιθύμιτη, και από το 1933 και μετά εξαφανίζονται από τις οθόνες οι αναγνωρίσιμοι ως Εβραίοι χαρακτήρες, παρ’όλο που όλοι σχεδόν οι ιδιοκτήτες των στούντιο ήταν εβραϊκής καταγωγής. Κορυφαίο σημείο αυτής της θέληση για συνεργασία με το ναζιστικό καθεστώς ήταν παραχώρηση στον Γερμανό πρόξενο στο Λος Αντζελες της πρόσβασης στα σενάρια με «ευαίσθητα» θέματα καθώς και της δυνατότητας να προβαίνει σε υποδείξες για το περιεχόμενό τους αλλά και να παρεμβαίνει στο μοντάζ των ταινιών κόβωντας τις ανεπιθύμητες σκηνές. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Σ. Κουβελάκης: Κατάσταση Εξαίρεσης

Του ΣΤΑΘΗ ΚΟΥΒΕΛΑΚΗ*
Παρ’όλο που αποτελεί λογικό επακόλουθο της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα το χτύπημα που δέχθηκε η Χρυσή Αυγή από τους κατασταλτικούς μηχανισμούς αιφνιδίασε. Αυτό το αίσθημα αιφνιδιασμού αποτελεί αξιοσημείωτο γεγονός και χρήζει σχολιασμού. Κατ’αρχήν δείχνει πόσο είχε εμπεδωθεί στην κοινή γνώμη η ανοχή και συνενοχή του κράτους και της κυβέρνησης έναντι της βίαιης δραστηριότητας αλλά και της γενικότερης παρουσίας της νεοναζιστικής οργάνωσης στο πολιτικό σκηνικό. Από την διάβρωση της αστυνομίας μέχρι τη «θεωρία των δύο άκρων», και από τις επιχειρήσεις «Ξένιος Ζευς» μέχρι τις Αμυγδαλέζες και την τροποποίηση του κώδικα ιθαγένειας, κράτος και μνημονιακά κόμματα έκαναν ότι μπορούσαν τα τελευταία χρόνια για να καταστήσουν νόμιμο το λόγο της Χρυσής Αυγής και για να προσφέρουν κάλυψη στη πολύμορφη εγκληματική της δραστηριότητα. Από την άλλη ας μην ξεχνάμε ότι το να στρέφεται το ελληνικό κράτος ενάντια σε εν ενεργεία ακροδεξιούς μηχανισμούς αποτελεί μια καλοδεχούμενη μεν ιστορικής σημασίας δε καινοτομία. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Σ. Κουβελάκης: Αίγυπτος – Από την Εξέγερση στην Αντεπανάσταση;

Του ΣΤΑΘΗ ΚΟΥΒΕΛΑΚΗ*
Οι πρόσφατες εξελίξεις στην Αίγυπτο αλλά και στην ευρύτερη περιοχή έχουν οδηγήσει πολλούς στο συμπέρασμα ότι την «Αραβική άνοιξη» έχει πλέον διαδεχθεί ένας «Αραβικός χειμώνας». Σ’αυτούς συγκαταλέγονται βέβαια κατ’αρχήν αυτοί που από την πρώτη στιγμή στάθηκαν επιφυλακτικοί ή εχθρικοί απέναντι στους λαϊκούς ξεσηκωμούς – ειδικά όταν αφορούν μουσουλμανικές χώρες – και προφήτευσαν το μοιραίο τους τέλος. Στα μάτια τους τα όσα συμβαίνουν είναι «φυσιολογικά» γιατί αυτοί οι λαοί (σε αντίθεση με τους «προηγμένους» Δυτικούς) δεν αξίζουν τίποτε καλύτερο από τον ζυγό των δικτατοριών. Και ότι εφόσον είναι έτσι καλύτερα μια δικτατορία κάποιων «κοσμικών» υποτίθεται στρατιωτικών, σταθερά προσδεδεμένων στη Δύση, παρά ένα μη-ελεγχόμενο θεοκρατικό καθεστώς ιρανικού τύπου.
Υπάρχουν όμως και οι υπόλοιποι, για τους οποίους οι λαϊκές εξέγερσεις της Τυνησίας και της Αιγύπτου υπήρξαν κοσμοϊστορικά γεγονότα και θετικές αναφορές. Ας θυμίσουμε εδώ ότι οι πρώτοι ίσως που εμπνεύστηκαν από την πλατεία Ταχρίρ δεν ήταν κάποιοι «καθυστερημένοι τριτοκοσμικοί» αλλά οι εργαζόμενοι στο Ουισκόνσιν των ΗΠΑ, που κατέλαβαν το Καπιτώλιο της πολιτείας για να διαμαρτυρηθούν ενάντια στα αντεργατικά μέτρα που προωθούσε ο Ρεπουμπλικάνος κυβερνήτης. Ακολούθησαν ως γνωστόν οι Ισπανοί Αγανακτισμένοι, οι δικές μας «πλατείες» και το διεθνές κίνημα Occupy που ξεκίνησε στην πρωτεύουσα του χρηματιστηριακού κεφαλαίου.

Σ. Κουβελάκης: Ουτοπικός και ριζοσπαστικός ρεαλισμός

Παρά τις επίσημες διαβεβαιώσεις περί του αντιθέτου, η αίσθηση ενός αυξανόμενου κοινωνικού και πολιτικού αδιέξοδου εντείνεται καθημερινά. Αναπόφευκτα λοιπόν δημιουργείται σε τμήματα της κοινής γνώμης και των πολιτικών δυνάμεων η πεποίθηση ότι πρέπει να ανιχνευθεί η δυνατότητα μιας «ενδιάμεσης λύσης» της ελληνικής κρίσης.
Ενα τέτοιο σκεπτικό ξεκινά από την εξής παραδοχή: η επιστροφή στην προ-Μνημονίου κατάσταση είναι ανέφικτη αλλά και η συνέχιση της ως τώρα ακολουθούμενης πορείας οδηγεί σε σίγουρη αποτυχία και ακόμη καταστροφικότερες περιπέτειες. Η διέξοδος θα πρέπει λοιπόν να αναζητηθεί σε μια μερική τροποποίηση του Μνημονιακού πλαισίου, που θα σταθεροποιεί στα σημερινά επίπεδα κάποιες βασικές παράμετρους (μισθοί, συντάξεις, δημόσιες δαπάνες) αλλά θα ανακόπτει την περαιτέρω πτωτική τους πορεία. Η προοπτική της μελλοντικής τους βελτίωσης είναι ανοιχτή, αυστηρά εξαρτημένη όμως από την επίτευξη των επιδιωκόμενων ρυθμών ανάπτυξης. Παράλληλα, η αναμόρφωση του φορολογικού συστήματος προς μια δικαιότερη κατεύθυνση θα επιτρέψει την παγίωση της δημοσιονομικής εξισορρόπησης και των πλεονασματικών προϋπολογισμών. Εν συντομία, ένα τέτοιο σχέδιο θα υποκαταστήσει το Μνημόνιο, ενσωματώνοντας ωστόσο βασικά του «κεκτημένα».
Το δεύτερο επίπεδο της πρότασης αφορά την αποπληρωμή του δημόσιου χρέους: εφόσον η αναδιάρθρωσή του είναι εν τέλει (δηλαδή μετά τις γερμανικές εκλογές) αναπόφευκτη, στόχος είναι ο βιώσιμος τρόπος αποπληρωμής του, που θα συνδυάζει κούρεμα μεγάλου μέρους του και συνέχιση της αποπληρωμής του υπόλοιπου υπό όρους συμβατούς με κάποιες κοινωνικές και οικονομικές ισορροπίες (ορισμένοι το ονομάζουν αυτό «ρήτρα ανάπτυξης»).
Μια τέτοια λύση προβάλλεται ως η πεμπτουσία του «ρεαλισμού», διότι ανταποκρίνεται στους υπαρκτούς συσχετισμούς δύναμης, εσωτερικούς και διεθνείς, που θεωρούνται απαγορευτικοί για οποιαδήποτε άλλη γραμμή πλεύσης. Γι΄ αυτό και παρουσιάζεται ως εφικτή μέσω διαπραγματεύσεων με τους δανειστές, αποφεύγοντας μια ρήξη με το ευρωπαϊκό πλαίσιο που θα οδηγούσε τη χώρα στην απομόνωση. Αυτό που της προσδίδει όμως πειστικότητα ίσως να βρίσκεται αλλού: στη φυσιολογική, με μια έννοια, θεώρηση που διακατέχει έναν παίκτη που καλείται να αντιμετωπίσει έναν ασύμμετρα ισχυρό αντίπαλο και αισθάνεται δέος μπροστά στο κόστος μιας σύγκρουσης. Γεννιέται έτσι η ιδέα του «να τα βρούμε κάπου στη μέση», η αναζήτηση ενός ευπρεπούς συμβιβασμού παρόμοιου με αυτούς που ίσχυσαν – και έφεραν ενίοτε θετικά αποτελέσματα – στο παρελθόν.
Μόνο που η κατάσταση είναι πλέον εντελώς διαφορετική. Ο ισχυρός δεν αισθάνεται ότι έχει «αποτύχει», κάθε άλλο μάλιστα. Και τούτο διότι παρά τις αντιστάσεις η μνημονιακή θεραπεία-σοκ έχει ως τώρα εφαρμοσθεί στο ακέραιο και έχει υλοποιήσει τους πραγματικούς της στόχους. Που δεν είναι άλλοι από την εγκαθίδρυση ενός καθαρόαιμου νεοφιλελεύθερου υποδείγματος στο εσωτερικό της χώρας και την υποβάθμιση της θέσης της διεθνώς – έτσι ώστε να παραμείνει άθικτη η επικυριαρχία του ευρωπαϊκού κέντρου, και ειδικότερα του γερμανικού κεφαλαίου. Όσο για το όποιο μελλοντικό κούρεμα του χρέους είναι εμφανές ότι θα συνοδευτεί με όρους δυσμενέστερους από αυτούς του επονείδιστου PSI. Μεταλλασσόμενη σε μια «αποικία χρέους», η Ελλάδα έχει ήδη παραδοθεί στη λεηλασία του εγχώριου και του ξένου κεφαλαίου και έχει απεμπολήσει θεμελιώδεις όψεις της λαϊκής κυριαρχίας και της δημοκρατικής λειτουργίας. Όσοι επιμένουν να μη βλέπουν το δομικό χαρακτήρα αυτών των επιλογών υποκαθιστούν το «ρεαλισμό» με το αντίθετό του, την ουτοπία και τους ευσεβείς πόθους.
Υπάρχουν πράγματι συγκυρίες όπου η απέχθεια προς τη ρήξη αντί για τον προσδοκώμενο συμβιβασμό οδηγεί μοιραία στην ήττα και τη συνθηκολόγηση. Ο ισχυρός ως γνωστόν δεν έχει λόγο να κάνει την παραμικρή παραχώρηση, αν δεν τον εξαναγκάσει ένας συσχετισμός δύναμης. Αλλά επί του προκειμένου και ο αδύναμος δεν μπορεί να βελτιώσει τη θέση του, αν δεν κάνει χρήση του αποφασιστικού όπλου που διαθέτει: την κίνηση που αλλάζει το ίδιο το πεδίο της αναμέτρησης. Σήμερα αφετηρία μιας τέτοιας αναγκαστικής στην ουσία επιλογής είναι η μονομερής κατάργηση των Μνημονίων. Αναμφίβολα, η κυβέρνηση που θα την αποφασίσει θα μπει σε μια τροχιά συνολικής σύγκρουσης με τις κυρίαρχες δυνάμεις, εγχώριες και διεθνείς. Αυτή είναι όμως και η μοναδική ρεαλιστική δυνατότητα για να ξεκινήσει ένα ευρωπαϊκό ντόμινο ανατροπών και να αλλάξει προς όφελός της το γενικότερο σκηνικό.
Υπάρχουν με άλλα λόγια συνθήκες όπου ένας επιφανειακός ρεαλισμός αποδεικνύεται ουτοπικός και όπου ο αυθεντικός δεν αντιβαίνει αλλά αντίθετα οδηγεί στην ριζοσπαστικότητα.
Δημοσιεύτηκε στην «Ελευθεροτυπία» 25/7/2013

Σ. Κουβελάκης: Αντίστροφη Μέτρηση

Του ΣΤΑΘΗ ΚΟΥΒΕΛΑΚΗ*
 Το κλείσιμο τη ΕΡΤ ήταν τελικά το πρώτο, πιθανόν και το μοιραίο λάθος του Αντώνη Σαμαρά. Οποια κι αν είναι η έκβαση της μάχης για την τύχη του δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού φορέα, είναι σαφές ότι ο αρχικός σχεδιασμός του πρωθυπουργού και του επιτελείου του έχει πλήρως ανατραπεί. Αντί για την επίδειξη πυγμής που θα προσέδιδε περαιτέρω κάλυψη στην αυταρχική κλιμάκωση, είχαμε την διάλυση της τρικομματικής συμμαχίας και την πτώση της πρώτης κυβέρνησης Σαμαρά. Διότι βεβαίως περί αυτού επρόκειται και όχι περί «ανασχηματισμού» όπως θέλουν να το παρουσιάσουν τα καθεστωτικά ΜΜΕ. Και αν δεν επικρατούσε καθεστώς παρατεταμένης αντιδημοκρατικής εκτροπής, η νέα κυβέρνηση όφειλε να ξαναπαρουσιαστεί στη Βουλή με προγραμματικές δηλώσεις (ακόμη κι ο αρχηγός του ΠΑΣΟΚ κάνει λόγο για «επικαιροποίηση της προγραμματικής συμφωνίας, αναγνωρίζοντας ότι τίθεται θέμα) και να ζητήσει την έγκριση της εθνικής αντιπροσωπείας.
Τρεις είναι οι παράγοντες που δεν έλαβαν υπ’όψιν τους ο Αντώνης Σαμαράς και οι συνεργάτες του όταν αποφάσισαν την αυθημερόν παύση της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης.
Πρώτο, και κύριο, το εύρος της λαϊκής αντίδρασης σε κάτι που εμφανώς δεν μπορούσε να παρουσιαστεί ως μια επιπλέον αντιπαράθεση με μια σπάταλη και προνομιούχα «συντεχνία του Δημοσίου». Η βιαιότητα της κίνησης κατέδειξε αντίθετα και στους πιο δύσπιστους το βαθμό στον οποίο η διακυβέρνηση της χώρας έχει ξεφύγει από τα όρια της «κανονικότητας» μιας ευρωπαϊκής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.
Για πρώτη φορά εδώ και ένα χρόνο, η κυβέρνηση βρέθηκε αντιμέτωπη με μια πρωτότυπη μορφή λαϊκής κινητοποιήσης, με διάρκεια και ευρεία κοινωνική στήριξη. Επιπλέον, με την κατάληψη του Ραδιομέγαρου και τη συνέχιση της λειτουργίας του, το κλείσιμο της ΕΡΤ μετατράπηκε σε πραγματικό μπούμερανγκ, απελευθερώνοντας έναν χώρο πραγματικά ελεύθερης ενημέρωσης, συζήτησης και πολιτιστικής δράσης με πρωτοφανή απήχηση στην κοινωνία.
Η λαϊκή κατακραυγή και κινητοποίηση είναι αυτή που άλλαξε τα δεδομένα και όξυνε τις αντιθέσεις στο εσωτερικό της πάλαι ποτέ τρικομματικής συμμαχίας. Και εδώ είναι το δεύτερο λάθος του πρωθυπουργού: αντί να επιβληθεί έναντι των συμμάχων του συνεχίζοντας παράλληλα ανενόχλητος τα ακροδεξιά του ανοίγματα, οδηγήθηκε σε ρήξη με μια κρίσιμη ποιοτικά συνιστώσα της μνημονιακής συμμαχίας και επιτάχυνε την διαδικασία διάλυσης του εναπομείνοντος ΠΑΣΟΚ. Η συγκρότηση της νέας δικομματικής κυβέρνησης, με οριακή κοινοβουλευτική πλειοψηφία και ψαλιδισμένη αποδοχή, φέρει τη σφραγίδα αυτής της αποτυχίας και της αποσάθρωσης του μνημονιακού μπλοκ.
Το τρίτο λάθος του Σαμαρά είναι το σοκ που προκάλεσε το κλείσιμο της ΕΡΤ σε διεθνές επίπεδο και που σήμανε το τέλος της επικοινωνιακής φούσκας που προωθούσαν το τελευταίο διάστημα οι κυρίαρχοι κύκλοι εντός και εκτός της χώρας περί ελληνικού success story. Τίποτε δεν μπορεί πλέον να κρύψει το ναυάγιο των τρίχρονης μνημονιακής βαρβαρότητας και την αδυναμία των πολιτικών δυνάμεων που το διαχειρίστηκαν να εξασφαλίσουν όρους στοιχειώδους πολιτικής και κοινωνικής σταθεροποίησης.
Η νέα κυβέρνηση είναι λοιπόν σίγουρα αποδυναμωμένη και πιο ευάλωτη, αυτό όμως δε σημαίνει, όπως βιάστηκαν κάποιοι να πουν, ότι είναι ήδη τελειωμένη και ότι δεν απομένει παρά να «καληνυχτήσουμε» τον νυν πρωθυπουργό. Οπως τα πληγωμένα θηρία, είναι αντίθετα εξαιρετικά επικίνδυνη και χωρίς άλλες επιλογές από την κλιμάκωση της επιθετικότητας με την οποία επιδίδεται στο έργο της μνημονιακής κατεδάφισης. Ο αυταρχισμός αποτελεί δομικό στοιχείο αυτής της πολιτικής, και στρατηγική επιλογή στην άμιλλα που διεξάγεται σ’αυτό το έδαφος μεταξύ της ΝΔ και της φασιστικής ακροδεξιάς.
Είναι σαφές ότι μόνο μια αντίστοιχης αποφασιστικότητας λαϊκή κινητοποίηση, με την απαιτούμενη πολιτική στήριξη και ενοποιητική μετωπική προώθηση, μπορεί να αντιστρέψει την πορεία προς την άβυσσο. Το καναλιζάρισμα της κινηματικής δυναμικής σε προεκλογικού τύπου κινήσεις ή σε αποκλειστικά κοινοβουλευτικά πλαίσια, η λογική της αναμονής της κατάρρευσης του αντιπάλου κάτω από τα βάρος των εσωτερικών του αντιφάσεων το μόνο που έχουν να προσφέρουν είναι την απώλεια του κεφάλαιου που δημιούργησε η ύβρις του Αντώνη Σαμαρά.
Η δυνατότητα της απελευθέρωσης τη χώρας από τον μνημονιακό ζυγό εξαρτάται πρώτα και κύρια από τους όρους της πτώσης της σημερινής κυβέρνησης, όροι που θα καθορίσουν και το χρονοδιάγραμμα μιας τέτοιας εξέλιξης. Το κίνημα του ραδιομέγαρου έθεσε και πάλι επί τάπητος την προοπτική της νικηφόρας αντεπίθεσης και της ανατροπής.

Σ. Κουβελάκης: Η Συζήτηση για το Ευρώ στη Γερμανική Αριστερά

ΤΟΥ ΣΤΑΘΗ ΚΟΥΒΕΛΑΚΗ
…ΚΑΙ ΑΡΘΡΟ ΚΡΙΤΙΚΗΣ ΣΤΟ ΕΥΡΩ ΑΠΟ ΤΗ ΣΑΡΑ ΒΑΓΚΕΝΚΝΕΧΤ, ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΟΥ DIE LINKE («Η ΑΡΙΣΤΕΡΑ»)
Οπως ήταν αναμενόμενο, οι δηλώσεις τουΟσκαρ Λαφοντέν υπέρ μιας συντεταγμένης διάλυσης του ευρώ, και της άμεσηςαποχώρησης Ελλάδας και Κύπρου, άνοιξαν μια έντονη συζήτηση επί του θέματος στην γερμανική Αριστερά, και κυρίως στη βασική της έκφραση, το κόμμα «Η Αριστερά», πιο γνωστό ως Ντι Λίνκε (Die Linke).
Μπορούμε πολύ συνοπτικά και σχηματικά να διακρίνουμε τρεις τάσεις στην ως τώρα μορφή που έχει πάρει η διαπάλη των απόψεων εντός του κόμματος.
Κατ’αρχήν μια σειρά από αρνητικές, έως απαξιωτικές αντιδράσεις, κυρίως από την δεξιά τάση του Ντι Λίνκε, που εκφράζεται κύρια από το «Φόρουμ Δημοκρατικός Σοσιαλισμός» και έχει ως βάση τα ανατολικογερμανικής προέλευσης στελέχη του κόμματος. Σ’αυτήν πρόσκειται και η μια εκ των δύο προέδρων του κόμματος Κάτια Κίπινγκ. Από αυτήν την πλευρά ακούστηκε με τον πιο ηχηρό τρόπο το «ναι στο ευρώ» ως συστατικό στοιχείο της πολιτικής του Ντι Λίνκε καθώς και ο χαρακτηρισμός των απόψεων του Λαφοντέν ως «εθνικιστικές» και επηρεασμένες από τις αντι-ευρω απόψεις του νεοϊδρυθέντος δεξιού κόμματος «Εναλλακτική για τη Γερμανία».
Οι αριστερές απόψεις εξέφρασαν μια στήριξη με διαβαθμίσεις και διαφοροποιήσεις στον Λαφοντέν, αποδεχόμενες την ουσία της ανάλυσής του για την δομή της ευρωζώνης, και αντιμετωπίζοντας το θέμα της εξόδου από το ευρώ είτε ως λύση ανάγκης για τις χώρες που έχουν πληγεί περισσότερο από την κρίση, είτε προβάλλοντας το σύνθημα «όχι ευρώ πάση θυσία», είτε συνδυάζοντας αυτές τις δύο τοποθετήσεις. Σ’αυτό το πλαίσιο κινείται σε γενικές γραμμές η παρέμβαση της Σάρα Βάγκενκνεχτ, από τις πιο γνωστές προσωπικότητες της γερμανικής Αριστεράς, που είναι σήμερα αντιπρόεδρος του κόμματος και αναπληρωτής πρόεδρος της κοινοβουλευτικής ομάδας, που παρουσιάζουμε σήμερα στην Ισκρα.
Τέλος μεγάλο βάρος έχει η τοποθέτηση αυτού που θα χαρακτηρίζαμε ως «κομματικού κέντρου», που εξέφρασε με τον πιο εύγλωττο τρόπο ο άλλος πρόεδρος του κόμματος, και ηγετική μορφή του συνδικαλιστικού κινήματος, Μπεντ Ρίξινγκερ. Ο Ρίξινγκερ απέρριψε την άποψη του Λαφοντέν για διάλυση του ευρώ αλλά αρνήθηκε κατηγορηματικά να την εξισώσει με εθνικισμό ή με τον δεξιό ευρωσκεπτικισμό της «Εναλλακτικής για τη Γερμανία». Πρόκειται για «κριτική από τα αριστερά» τόνισε, αποδεχόμενος την ανάγκη ανοίγματος της συζήτησης πάνω σ’αυτό το θέμα.
Θα επανέλθουμε σύντομα με μεταφράσεις άλλων κειμένων σ’αυτήν την άκρως ενδιαφέρουσα καικρίσιμη για την πορεία της Αριστεράς συζήτηση που διεξάγεται στην «κοιλιά του κτήνους» της μερκελοκρατούμενης Ευρωπαϊκής Ενωσης.
ΣTAΘΗΣ ΚΟΥΒΕΛΑΚΗΣ
Στη συνέχεια η Iskra παραθέτει το άρθρο της Σάρα Βάγκενκνεχτ, αντιπροέδρου του Die Linke, για τη συζήτηση περί του ευρώ στη γερμανική Αριστερά:
ΕΥΡΩ-ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΑ ΑΡΙΣΤΕΡΑ
ΟΧΙ ΣΕ ΑΝΕΥ ΟΡΩΝ ΔΕΣΜΕΥΣΗ ΣΤΟ ΕΥΡΩ
Tης ΣΑΡΑ ΒΑΓΚΕΝΚΝΕΧΤ*
Την τελευταία εβδομάδα κατηγορήθηκα από διάφορα μέσα ενημέρωσης ότι δεν διαχωρίζω αρκετά τη θέση μου από το νεοϊδρυθέν κόμμα «Εναλλακτική για τη Γερμανία» (AFD). Από την άλλη πλευρά, είδαμε θέσεις που βλέπουν με σκεπτικισμό το μέλλον της ζώνης του ευρώ να κινούνται προς την κατεύθυνση του AFD. Και τα δύο είναι λάθος.
Ας αρχίσουμε με το AFD: Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι το AFD είναι ένα δεξιό συντηρητικό κόμμα που ιδρύθηκε με ένα σκληρό νεοφιλελεύθερο προφίλ. Πολλοί από τους ιδρυτές του υποστηρίζουν εδώ και χρόνια τη μείωση των μισθών και τις κοινωνικές περικοπές στη Γερμανία. Ο ιδρυτής του κόμματος Μπερντ Λούκε ήταν το 2005 ένας από τους υπογράφοντες της έκκλησης για «μεγαλύτερη συγκράτηση των μισθών» στη Γερμανία. Το AFD δεν θέλει υψηλότερους φόρους για τους εκατομμυριούχους αλλά περισσότερες φορολογοαπαλλαγές για τους πλούσιους. Ένας από τους εκπροσώπους τους καλεί τους ανέργους και τους συνταξιούχους να παραιτηθούν από το δικαίωμα ψήφου. Για όλους αυτούς τους λόγους, το AFD δεν μπορεί σε καμμία περίπτωση να αποτελέσει επιλογή για όσους έχουν ένα ελάχιστο επίπεδο κοινωνικών απαιτήσεων. Αυτά είπα στην συνέντευξή μου στο κανάλι NTV, στην οποία δυστυχώς έγιναν πολύ επιλεκτικές αναφορές.
Υπάρχει μόνο ένας σημείο όπου το AFD έχει πράγματι υποτιμηθεί από την Αριστερά: είναι η κριτική που ασκεί στην ευρωπαϊκή πολιτική της Μέρκελ. Όταν οι εκπρόσωποι του AFD τονίζουν ότι η υποτιθέμενη διάσωση του ευρώ είναι στην πραγματικότητα μια διάσωση των τραπεζών, όταν απαιτούν οι ιδιώτες επενδυτές, και όχι οι φορολογούμενοι, να πληρώσουν τις ζημίες και όταν ζητούν ένα κούρεμα του χρέους των χωρών που πλήττονται από την κρίση, τότε βρίσκονται στις θέσεις που η Αριστερά υποστηρίζει εδώ και καιρό. Η απόφαση για την Ευρώπη του συνέδριου του AFD στηρίζεται στο γεγονός ότι το ευρώ βλάπτει τον Ευρωπαϊκό Νότο, γιατί στερεί από αυτές τις χώρες την δυνατότητα της άμυνας έναντι της γερμανικής εξαγωγικής επίθεσης μέσω της υποτίμησης του νομίσματος. Αν το AFD εννοεί ότι οι συναλλαγματικές ισοτιμίες που θα έχουν αφεθεί στα χέρια των κερδοσκόπων θα βελτιώσουν τις συνθήκες διαβίωσης στη νότια Ευρώπη, τότε πρέπει να ασκηθεί κριτική σ’αυτήν την άποψη ως οικονομικά περιπετειώδη. Οχι όμως ως «ρατσιστική» ή «σοβινιστική».
Δεν έχουμε κανέναν λόγο να χαϊδεύουμε ένα νεοφιλελεύθερο κόμμα όπως το AFD στην προεκλογική μας εκστρατεία. Υπάρχουν πολλοί λόγοι για να του επιτεθεί κανείς, εκεί όπου είναι ευάλωτο, δηλαδή στις αντικοινωνικές και αντιδημοκρατικές θέσεις του. Αντίθετα, αστήρικτες προσβολές που δεν μπορούν να κατανοήσουν τον κόσμο και περισσότερο αποτελούν ένδειξη της δικής μας ανασφάλειας βοηθούν το AFD αντί να του προκαλούν ζημιά.
«Ανατολικογερμανοποίηση»
Σχετικά με τη συζήτηση για το νόμισμα: στο ευρώ έχει πάντα ασκηθεί κριτική από τα αριστερά. «Όλοι αναγνωρίζουν ότι με το ευρώ θα αυξηθούν οι δυνατότητες εξαγωγών της Γερμανίας. Αν είναι όμως έτσι, τότε θα πληγούν στη συνέχεια επιχειρήσεις σε άλλες χώρες. Δεν γίνεται διαφορετικά. Αυτό σημαίνει ότι θέλουμε να αυξηθούν οι γερμανικές εξαγωγές και να αποδυναμωθεί με αυτόν τον τρόπο η βιομηχανία στην Πορτογαλία, την Ισπανία και σε άλλες χώρες. Αυτές οι χώρες θα «ανατολικογερμανοποιηθούν»[1] επειδή δεν θα μπορούν να αντέξουν αυτήν την πίεση των εξαγωγών μας. Αυτό είναι ένα από τα προβλήματα που οδηγούν σε περαιτέρω κατακερματισμό εντός της Ευρώπης. (…) Πρόκειται για ένα ευρώ των τραπεζών και των εξαγωγικών επιχειρήσεων, και όχι των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων που εξαρτώνται από την εσωτερική αγορά, όχι ένα ευρώ των εργαζομένων », αυτά είχε δηλώσει ο Γκρέγκορ Γκύζι, πρόεδρος τότε του ΚΔΣ[2], στις 23 Απριλίου 1998 στη γερμανική Βουλή. Κατά την ψηφοφορία, οι βουλευτές του PDS καταψήφισαν τη δημιουργία του ευρώ και κρατούσαν πανό με το σύνθημα «Ευρώ, έτσι όχι»!
Πόσο άσχημα θα πήγαιναν τα πράγματα τότε πραγματικά κανείς δεν μπορούσε να το φανταστεί. Οι οικονομικές και πολιτικές ελίτ της Γερμανίας εκμεταλλεύτηκαν τους ελαττωματικούς κανόνες λειτουργίας της ευρωζώνης και εξαπέλυσαν με την Ατζέντα 2010[3] μια άνευ προηγουμένου επιχείρηση μισθολογικού και κοινωνικού ντάμπινγκ. Ενώ οι Γερμανοί εργαζόμενοι και άνεργοι υποβλήθηκαν στην αναγκαστική δίαιτα των μεταρρυθμίσεων Χαρτς 4, τα εξαγωγικά πλεονάσματα της χώρας εκτινάχτηκαν. Χωρίς τη δυνατότητα νομισματικής υποτίμησης, οι χώρες της ευρωζώνης που βρέθηκαν αντιμέτωπες με την προέλαση των γερμανικών εξαγωγών ήταν ανίσχυρες. Το αποτέλεσμα ήταν η αύξηση των ελλειμμάτων στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών με τη Γερμανία. Αυτά τα ελλείμματα χρηματοδοτήθηκαν με δάνεια. Οι τράπεζες επωφελήθηκαν, συμπεριλαμβανομένων σε όχι ασήμαντο βαθμό και των γερμανικών. Από αυτές τις ανισορροπίες προέκυψε μια οξεία κρίση, όταν, ως αποτέλεσμα της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης, επιδεινώθηκαν αισθητά οι πιστωτικές συνθήκες για τις χρεωμένες εταιρείες και τράπεζες και, κατόπιν, για τα ίδια τα κράτη που βρέθηκαν στα πρόθυρα της χρεοκοπίας.
Φυσικά ήταν και είναι δυνατή μια εποικοδομητική αντιμετώπιση της κρίσης. Το Ντι Λίνκε έχει υποβάλλει προτάσεις σ’αυτήν την κατεύθυνση – από τον πανευρωπαϊκό φόρο ακίνητης περιουσίας έως την άμεση χρηματοδότηση του δημόσιου τομέα από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Και φυσικά, οι ανισορροπίες θα μπορούσαν επίσης να αντιμετωπισθούν από την πλευρά της Γερμανίας: οι χώρες της νότιας Ευρώπης δεν χρειάζονται τη νομισματική υποτίμηση εάν η Γερμανία αντιστάθμιζε την επί σειράν ετών μείωση που υπέστησαν οι μισθοί και το κράτος πρόνοιας με μεγαλύτερες των απωλειών αυξήσεις των πραγματικών μισθών, των συντάξεων και των κοινωνικών παροχών. Αυτό είναι το πρόγραμμα της Αριστεράς. Εαν τίθετο σε εφαρμογή, κανείς δεν θα σκεφτόταν μια πιθανή διάλυση της νομισματικής ένωσης και τα εναλλακτικά σενάρια.
Δικτατορία της τρόικας
Η γερμανική κυβέρνηση ακολουθεί ως γνωστόν μια διαφορετική πορεία. Εκβιάζει τις χώρες που πλήττονται από την κρίση με το δίλημμα: ή εγκαταλείπετε το ενιαίο νόμισμα ή παίρνετε «δάνεια έκτακτης ανάγκης» που σας υποτάσσουν στη δικτατορία της τρόϊκας που αποτελείται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Κανένας από αυτούς τους θεσμούς δεν διαθέτει δημοκρατική νομιμότητα. Όλοι επιβάλλουν λυσσαλέες περικοπές μισθών και παροχών, καθώς και ιδιωτικοποιήσεις, ως προϋπόθεση για τη χορήγηση δανείων. Η πολιτική της γερμανικής κυβέρνησης δεν αναμένεται να αλλάξει αν μετά τις επόμενες εκλογές, η Μέρκελ σχηματίσει κυβέρνηση με τον Στάινμπρουκ ως αντιπρόεδρο. Σε τελευταία ανάλυση, το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα πάντα συμφώνησε με τους βάναυσους όρους της φερόμενης ως πολιτικής διάσωσης του ευρώ.
Μέχρι στιγμής, οι χώρες θύματα της κρίσης στέκονται σχετικά ανίσχυρες μπροστά στον εκβιασμό και έχουν αποδεχθεί όλα τα προγράμματα περικοπών ελλείψει εναλλακτικών λύσεων. Όλο και περισσότεροι όμως στις εν λόγω χώρες αναρωτιούνται πόσο καιρό θα συνεχίσουν να αποδέχονται τέτοιου τύπου επιβολή. Τα ποσοστά ανεργίας άνω του 25% και τα ποσοστό ανεργίας των νέων από 50 έως 60% αποτελούν σαφείς ενδείξεις ότι μια τέτοια πορεία δεν μπορεί να συνεχιστεί. Δεν είναι τυχαίο ότι σήμερα το 72% των Ισπανών δεν έχει εμπιστοσύνη στην ΕΕ. Πριν από πέντε χρόνια το ποσοστό ήταν μόλις 23%. Ένα ευρώ υπό αυτές τις συνθήκες είναι αντι-ευρωπαϊκό, γιατί καταστρέφει κάθε υποστήριξη για το ευρωπαϊκό σχέδιο.
Στην Κύπρο, το πρώην κυβερνών αριστερό κόμμα ΑΚΕΛ έχει ήδη ζητήσει την έξοδο από το ευρώ. Στην Ιταλία, η κίνηση πέντε αστέρια του Μπέπε Γκρίλο προτείνει να μπορεί ο λαός να αποφασίσει για την παραμονή ή την έξοδο από τη νομισματική ένωση. Εν όψει αυτών των εξελίξεων, δεν μπορεί το Die Linke να συνεχίσει να μεταθέτει το ερώτημα του τι συμβαίνει όταν δεν είναι σε θέση να εφαρμόσει τις δικές της ιδέες για την επίλυση της κρίσης. Στο πλαίσιο αυτό, είναι δόκιμη η συζήτηση σχετικά με μια συντεταγμένη μέσω ελέγχου των ροών κεφαλαίου έξοδο από το ευρώ αρκετών χωρών, διότι μια τέτοια πολιτική θα μπορούσε τουλάχιστον να αποτρέψει το να βρεθούν τα νομίσματα στο έλεος της κερδοσκοπίας. Δεν αποτελεί επομένως έκπληξη το γεγονός ότι μια ελεγχόμενη έξοδος από το ευρώ συζητείται εδώ και καιρό ως οιονεί μέτρο αυτοάμυνας για σε προοδευτικούς επιστημονικούς κύκλους. Ο Πέτερ Βαλ και ο Αντρέας Φιζάν έγραψαν στα τέλη του 2012 στο περιοδικό Sozialismus: «Εάν καταστεί αναγκαίο, η προσωρινή ευλυγισία του ευρώ μέσα από διακριτές περιφερειακές συναλλαγματικές ισοτιμίες ή η δημιουργία πλαισίων διακύμανσης των τιμών είναι νόμιμες. Όταν αυτό συμβαίνει με ομαλό και συντονισμένο τρόπο, οι αρνητικές επιπτώσεις θα μπορούσαν να είναι περιορισμένες και το κόστος χαμηλότερο από μια χαοτική διάλυση της ζώνης του ευρώ»[4]. Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται αριστεροί οικονομολόγοι όπως ο Χάϊνερ Φλάσμπεκ ή ο διευθυντής του Ινστιτούτου Μαξ Πλανκ Βόλφγκανγκ Στρέεκ, που ήταν στο περιβάλλον του σοσιαλδημοκράτη πρώην καγκελάριου Γκέρχαρντ Σρέντερ, καθότι δεν διαφαίνεται σήμερα καμμιά προοπτική μιας κοινωνικής και δημοκρατικής Ευρώπης εντός της ευρωζώνης. Το Ντι Λίνκε δεν πρέπει να εγκρίνει αυτήν την άποψη, αλλά δεν είναι καλό για την εικόνα του να καταγγέλει την αγωνία για την κοινωνική καταστροφή στη Νότια Ευρώπη ως «εθνικιστική» και «αντι-ευρωπαϊκή».
Κατόπιν νηφάλιου προβληματισμού μπορεί να αποδειχθεί ότι το σύνθημα «ναι στο ευρώ με οποιοδήποτε τίμημα» βρίσκεται εντός των συντεταγμένων του πολιτικού συστήματος δεξιότερα από το συνθήμα «ευρώ, έτσι όχι». Η άνευ όρων δέσμευση στο ευρώ ικανοποιεί ιδιαίτερα εκείνους που έχουν επωφεληθεί περισσότερο από τη νομισματική ένωση – τους ιδιοκτήτες των τραπεζών και των εξαγωγικών επιχειρήσεων. Δεν είναι τυχαίο ότι η πρωτοβουλία από νεοφιλελεύθερους λομπίστες «κοινωνική οικονομία της αγοράς του μέλλοντος» χρησιμοποιεί για να διαφημίσει το ευρώ μια μελέτη του Ιδρυματος Μπέρτελσμαν που το PDS είχε απορρίψει για βάσιμους λόγους το 1998.
*Πρώτη δημοσίευση στη εφημερίδα Junge Welt, 7 Μαϊου 2013
Μετάφραση: Στάθης Κουβελάκης

Σ. Κουβελάκης: Το Νέο «Όχι» της Κυπριακής Αριστεράς

Του ΣΤΑΘΗ ΚΟΥΒΕΛΑΚΗ*
Εαν οι συνέπειες δεν ήταν τόσο τραγικές, θα λέγαμε, με σκωπτική διάθεση, ότι με το οριακό «ναι» στο Μνημόνιο του κοινοβουλίου της, η Κύπρος έκαβε ένα αποφασιστικό βήμα για τον «εξευρωπαϊσμό» της. Απέκτησε επιτέλους και αυτή, μετά τους Ελληνες, τους Πορτογάλους και τους Ιρλανδούς, το δικό της μνημονιακό της μπλοκ, που αποτελείται, όπως ήταν λογικό, από όλα τα αμιγώς αστικά κόμματα του νησιού. Εχοντας ενδώσει στις προσταγές της τρόϊκας και τον ωμό εκβιασμό των κυρίαρχων της ΕΕ, το τελευταίο κατά σειρά θύμα είναι πλέον σε θέση να ανταμώσει τα υπόλοιπα στο οικονομικό και κοινωνικό νεκροταφείο στο οποίο μετατρέπεται με επιταχυνόμενους ρυθμούς η ευρωπαϊκή περιφέρεια. Με τη διαφορά ότι, στην περίπτωση της Κύπρου, η καταστροφή θα είναι ακόμη μεγαλύτερη, ότι θα επέλθει σε χρόνο ρεκόρ (κυκλοφορούν εκτιμήσεις για συρρίκνωση 50% του ΑΕΠ και 40% ανεργία εντός διετίας) και, τέλος, ότι θέτει σε άμεσο κίνδυνο την ίδια την υπόσταση ενός κράτους που υφίσταται ξένη κατοχή και στερείται αξιόλογων διεθνών στηριγμάτων. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Σ. Κουβελάκης: Η Ανάγκη Ενός Νέου «ΌΧΙ»

Του ΣΤΑΘΗ ΚΟΥΒΕΛΑΚΗ*
Εχει ειπωθεί πολλές φορές ότι σε κάθε καμπή της νεοελληνικής ιστορίας η Κύπρος στάθηκε καταλύτης δραματικών εξελίξεων. Ποιά καλύτερη επιβεβαίωση αυτού του ρητού από τη νέα προδοσία της Κύπρου που διέπραξε μια άρχουσα τάξη γαλουχημένη στο πνεύμα των συμφωνιών της Ζυρίχης και του Λονδίνου; Σήμερα όμως η Κύπρος βρίσκεται στο επίκεντρο μιας διεθνούς παρτίδας, με επίκεντρο την κρίση της ευρωζώνης και τα γεωπολιτικά επίδικα στην ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής.
Βέβαια τα τεκταινόμενα στο νησί είχαν πάντα μια διεθνή σημασία – σε τελευταία ανάλυση το δράμα τη Κύπρου δεν είναι παρά αυτό μιας ύστερης, ημιτελούς και στρεβλής αποαποικιοποίησης – άσχετα αν οι ηγεσίες σε Αθήνα και Λευκωσία απέτυχαν οικτρά να αναδείξουν τη διεθνή διάσταση του εθνικού θέματος. Η διαφορά τώρα έγκειται ότι σε αντίθεση με την τουρκική κατοχή, την εκδίωξη του γηγενούς πληθυσμού και τον εποικισμό, η οικονομική καταστροφή που εξαπέλυσαν η μερκελοκρατούμενη ΕΕ και το ΔΝΤ δεν μπορεί να υποβιβασθεί σε μια «διαφορά μεταξύ δύο κοινοτήτων» και μισοξεχασμένη ως προς την πραγματική της αίτια διαμάχη μεταξύ περιφερειακών κρατών. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Σ. Κουβελάκη: Είναι Εφικτή μια Κυβέρνηση της Αριστεράς;

Του ΣΤΑΘΗ ΚΟΥΒΕΛΑΚΗ*
Το ερώτημα ίσως φανεί περίεργο σε όσους τουλάχιστον δεν έχουν παρασυρθεί από την εικονική πραγματικότητα βελτίωσης των οικονομικών δεδομένων που προβάλλουν τα φερέφωνα της κυβέρνησης και των μνημονιακών δυνάμεων. Με τον ΣΥΡΙΖΑ πρώτο στις δημοσκοπήσεις, τις αντιθέσεις να οξύνονται στο εσωτερικό του κυβερνητικού στρατόπεδου, την πλήρη, ουσιαστικά, διάλυση του ΠΑΣΟΚ και τον κλονισμό που προκαλεί η υπόθεση της λίστας Λαγκάρντ, η προοπτική μιας αντιμνημονιακής κυβέρνησης με κορμό την σημερινή αξιωματική αντιπολίτευση φαντάζει ως η λογική διάδοχη λύση στο καταρρέον πολιτικό σκηνικό. Οσοι κραδαίνουν, όπως ο κ. Ψυχάρης (βλ. Βήμα 22/11.2012), το «φάντασμα του 1958», όταν η δυναμική που έφερε την ΕΔΑ στη θέση που βρίσκεται σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ εξανεμίστηκε στο διάστημα που ακολούθησε, δείχνουν απλά πόσο επιφανειακά έχουν καταλάβει τη σημερινή συγκυρία. Γιατί σήμερα η Αριστερά, και ειδικότερα ο ΣΥΡΙΖΑ, δεν έχει απέναντί της ούτε έναν υπό ανασυγκρότηση δυναμικό κεντρώο σχηματισμό, ούτε την απαρχή του μεταπολεμικού «οικονομικού θαύματος», αλλά ένα διαλυμένο πολιτικό σύστημα και μια κατεστραμμένη από την μνημονιακή λεηλασία χώρα, δυό τάσεις που τροφοδοτούν φυσικά και την δική της δυναμικής. Και που είναι τουλάχιστον απίθανο να αντιστραφούν εντός του έτους όταν συνεχίζονται με αμείωτους, αν όχι εντεινόμενους, ρυθμούς η ύφεση, η ανεργία, η διάλυση των δημόσιων υπηρεσιών και η εξαθλίωση της κοινωνικής πλειοψηφίας. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου