Η ατμομηχανή της οικονομικής ανάπτυξης

ΑΝΕΣΤΗΣ ΤΑΡΠΑΓΚΟΣ

Θεσσαλονίκη – Αύγουστος 2013


Η καπιταλιστική κερδοφορία κινητήρια δύναμη της ανάπτυξης


Σ’ όλες τις μεταπολεμικές δεκαετίες μέχρι την έκρηξη της τελευταίας κρίσης υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου (2008), καταγράφηκε μια σημαντική οικονομική μεγέθυνση η οποία και είχε ως κίνητρο την διασφάλιση μιας ισχυρής κερδοφορίας των καπιταλιστικών επιχειρήσεων. Σε μια πρώτη περίοδο (1945 – 1973) κατά τρόπο έντονο και απρόσκοπτο, σε μια δεύτερη περίοδο (1973 – 2008) με μια μορφή μετριασμένη, λόγω της πρώτης μεταπολεμικής οικονομικής κρίσης των αρχών της δεκαετίας του 1970. Εφόσον μ’ άλλες λέξεις διασφαλίζονται όροι επαρκούς αποδοτικότητας των επενδυμένων κεφαλαίων των ιδιωτικών επιχειρήσεων, αυτές οδηγούνται στην συστηματική αύξηση των παγίων τους κεφαλαίων και επέρχεται η διαρκής αύξηση της παραγωγής και του κύκλου εργασιών τους, δηλαδή θετικοί ετήσιοι ρυθμοί αύξησης του ΑΕΠ.

Αυτή η πορεία των πραγμάτων, δηλαδή η αναπτυξιακή κίνηση της οικονομίας με βάση την επίτευξη επαρκούς αξιοποίησης των κεφαλαίων, επιβεβαιώνεται στην ίδια την εξέλιξη του ελληνικού καπιταλισμού στην τελευταία τριακονταετία. Στην περίοδο 1986 – 2000 τα καθαρά κέρδη της εταιρικής οικονομίας ανήλθαν από τα 83 δισεκ. δρχ. στα 4.322 δισεκ. δρχ., μια αστρονομική δηλαδή αύξηση των κερδών, πράγμα που συνοδεύτηκε από την αύξηση  του ενεργητικού των ιδιωτικών επιχειρήσεων από τα 13.395 δισεκ. δρχ. στα 88.747 δισεκ. δρχ., και των ιδίων τους κεφαλαίων από τα 1.031 δισεκ. δρχ. στα 22.375 δισεκ. δρχ. [Α. Ταρπάγκος «Από την κρίση υπερσυσσώρευσης στην ανάκαμψη», Η Αυγή 5-Μαρτίου-2013 ]. Και αντίστοιχη καταγράφηκε η εξέλιξη της καπιταλιστικής κερδοφορίας στην επόμενη φάση 2000 – 2008 με την κερδοφορία να φτάνει σταθερά το ετήσιο ύψος των 11 δισεκ. ευρώ, το ενεργητικό όλων των οικονομικών τομέων να διπλασιάζεται (από τα 334 δισεκ. ευρώ στα 634 δισεκ. ευρώ), πράγμα που επέφερε μια ετήσια αύξηση του ΑΕΠ στο ύψος του 3%. Συμπερασματικά άρα ατμομηχανή της καπιταλιστικής  ανάπτυξης είναι η συνεχής επίτευξη υψηλής κερδοφορίας του κεφαλαίου : Αυτό είναι το αναπτυξιακό κίνητρο της οικονομικής ανάπτυξης.


Η πτώση του ποσοστού κέρδους τροφοδότης της ύφεσης


Η ανάδειξη εδώ και μια πενταετία της βαθειάς κρίσης κεφαλαιακής υπερσυσσώρευσης έχει στο επίκεντρό της σταθερά την κατακόρυφη πτώση της κερδοφορίας των επιχειρήσεων και της αποδοτικότητας των ιδίων τους κεφαλαίων. Έτσι στην ελληνική οικονομία την διετία 2010 – 11, καταγράφονται για το σύνολο του εταιρικού τομέα (22.500 επιχειρήσεις που εκδίδουν ισολογισμούς) ζημίες 3,8 και 7,6 δισεκ. ευρώ αντίστοιχα, με σταθερό το ενεργητικό και τον κύκλο εργασιών τους, και την αποδοτικότητα του κεφαλαίου στο -3,3% και στο -6,8% αντίστοιχα. [Α. Ταρπάγκος «Από τη σταθεροποιημένη ανάπτυξη στην κρίση», Η Αυγή 29-Μαρτίου-2013]. Η τάση αυτή συνεχίστηκε και το 2012 όπου καταγράφηκε η περαιτέρω επιδείνωση της επιχειρηματικής κερδοφορίας. Από το δείγμα των 4.460 εταιριών (επί συνόλου 22.500) που έχουν δημοσιεύσει μέχρι σήμερα ισολογισμούς για το 2012, το 48% που ήταν κερδοφόρες (ΟΠΑΠ, COSMOTE, ΕΛΠΕ, ΜΟΤΟΡ ΟΙΛ κλπ.) είχαν κέρδη 3,83 δισεκ. ευρώ, εντούτοις όμως το συνολικό αποτέλεσμα ήταν ζημιογόνο στα – 4,77 δισεκ. ευρώ [ICAP «Εξέλιξη οικονομικών μεγεθών 4.462 ελληνικών επιχειρήσεων 2012 / 11»].

Αυτό το γεγονός είναι που επιφέρει αναγκαστικά την μαζική καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων, άρα την συνεχή ύφεση και την «από-ανάπτυξη». Αυτό το γεγονός είναι προϊόν της ίδιας της φύσης της σύγχρονης καπιταλιστικής κρίσης, του γεγονότος ότι τα επενδυμένα κεφάλαια δεν μπορούν πλέον να επιφέρουν κέρδη, και άρα παραγκωνίζεται και εκλείπει το αναπτυξιακό κίνητρο της προηγούμενης περιόδου. Έτσι όταν η κερδοφορία κατακρημνίζεται από την ίδια την εγγενή φύση των αστικών παραγωγικών σχέσεων, τότε καταγράφονται αρνητικοί ρυθμοί εξέλιξης της επενδυτικής δραστηριότητας [ΙΟΒΕ European Commission DG ECFIN 2008 – 13], αλλά και αρνητικό πρόσημο σε όλους τους παράγοντας που καθορίζουν τις βιομηχανικές επενδύσεις [ΙΟΒΕ «Έρευνες επενδύσεων στη βιομηχανία 2007 – 13»].

Πάνω σ’ αυτό το πεδίο των οικονομικών εκκαθαρίσεων των καπιταλιστικών επιχειρήσεων (ατελείωτος ο κατάλογος των εργοστασίων που έχουν κλείσει), έρχεται να επικαθήσει η τριετής μέχρι σήμερα πολιτική των αλλεπάλληλων μνημονίων, που προφανώς δεν αποσκοπεί στην οικονομική ανάκαμψη αλλά στην σταθεροποίηση της κερδοφορίας όσων επιχειρήσεων εμφανίζονται κερδοφόρες, και στη συγκράτηση των ζημιών όσων εταιριών παρουσιάζονται ζημιογόνες. Αυτή η μνημονιακή πολιτική, όντας ακραία περιοριστική (εισοδηματικά και δημοσιονομικά) προκαλεί παράλληλα ακόμη παραπέρα μείωση του κύκλου εργασιών (πωλήσεων) των επιχειρήσεων, εφόσον μειώνεται η λαϊκή κατανάλωση, πράγμα που οξύνει από μια άλλη πλευρά την κρίση υπερσυσσώρευσης, και έτσι αναπαράγεται ο φαύλος κύκλος επενδυτικής στασιμότητας, υψηλών ρυθμών ύφεσης και συνεχούς αύξησης της ανεργίας.


Η παραγωγική ευθύνη στην αριστερή λαϊκή διακυβέρνηση


Αν έτσι έχουν τα πράγματα, εφόσον συνεχίζονται οι πολιτικές των μνημονίων, και στο μέτρο που η κρίση υπερσυσσώρευσης συνεχίζει να παράγει τα ολέθρια αποτελέσματά της, ποιος μπορεί να διαδραματίσει το ρόλο του τροφοδότη της οικονομικής ανάκαμψης, να ορίσει τα νέα αναπτυξιακά κίνητρα, εφόσον αυτή η παραγωγική ανάταξη είναι απαρέγκλιτη προϋπόθεση για την δραστική αντιμετώπιση των πολύμορφων εκρηκτικών λαϊκών ζητημάτων και αναγκών ; Είναι σε θέση μια οικονομική πολιτική που εμπνέεται από τον κλασικό κεϋνσιανισμό να κατορθώσει να θέσει σε κίνηση την παραγωγική μηχανή, με πρωταρχικό το ρόλο των ιδιωτικών επιχειρήσεων και άρα της εκ νέου εξασφάλισης της καπιταλιστικής κερδοφορίας ως κινητήριας δύναμης της οικονομικής ανάπτυξης ; Μια τέτοια πολιτική περιλαμβάνει την τόνωση της ενεργού ζήτησης, μέσα από βασικές μορφές αποκατάστασης της αγοραστικής δύναμης των εργατικών νοικοκυριών. – Μια ορισμένη δραστικότερη φορολόγηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας και της σχετικής κερδοφορίας. – Επενδυτικές παρεμβάσεις του κράτους είτε σε έργα κοινωνικών υποδομών, είτε σε ενίσχυση συνεταιριστικών ή αλληλέγγυων μορφών οικονομικής οργάνωσης κλπ.

Τέτοιου είδους οικονομικά μέτρα είχαν την σχετική τους γονιμότητα στην προηγούμενη περίοδο της ισχυρής καπιταλιστικής οικονομικής ανάπτυξης, που επέτρεπε μια ορισμένη αναδιανομή της εισοδηματικής πίττας, ευρείες μορφές προγραμμάτων δημοσίων επενδύσεων, δικαιότερη κατανομή των φορολογικών βαρών, εφόσον το κίνητρο της κερδοφορίας κινούσε αποτελεσματικά τους τροχούς του αναπτυξιακού οχήματος. Τέτοιας μορφής στάθηκαν οι σοσιαλδημοκρατικές πολιτικές των προηγούμενων δεκαετιών , που είχαν σχετική νομιμοποίηση και πλατιά υποστηρικτική εργατική βάση, γιατί ακριβώς η ιδιωτική επιχειρηματική ανάπτυξη παρείχε το έδαφος για την πραγματοποίησή τους [Τέτοιου είδους παρεμβάσεις αναλύονται διεξοδικά από τον Φ. Ασκεναζύ στο πρόσφατο βιβλίο του «Οι τυφλές δεκαετίες : Απασχόληση και ανάπτυξη (1970 – 2010)», Αθήνα 2013].

Εντούτοις στην σημερινή περίοδο της ατέλειωτης καπιταλιστικής κρίσης, δεν μπορούν να έχουν αποτελεσματικότητα:  Το επιχειρηματικό κεφάλαιο δεν προχωρεί σε επενδυτική δραστηριότητα σήμερα που έχει διασφαλισμένους όρους συντριβής της μισθωτής εργασίας και θα επενδύσει αύριο με όρους «δημοκρατίας στο εργοστάσιο» και αποκατάστασης στοιχειωδών εργατικών δικαιωμάτων που έχουν καταργηθεί ; Η περίφημη ρήση του «να πληρώσουν οι πλούσιοι», όσο κι’ αν είναι απόλυτα αναγκαία, εντούτοις είναι χαμηλής αποδοτικότητας, εξ αιτίας της ζημιογόνου επιχειρηματικής δραστηριότητας του εταιρικού τομέα της οικονομίας. Τέλος, η τροφοδότηση ενός ευρύτατου δημόσιου επενδυτικού προγράμματος πάσχει θεσμικά και οικονομικά, γιατί οι υπερεθνικοί καπιταλιστικοί οργανισμοί δεν έχουν προφανώς καμία πρόθεση να χρηματοδοτούν την ελληνική οικονομία για την πραγματοποίηση δημόσιων επενδύσεων, αντί της αποπληρωμής των τοκοχρεολυσίων των δανείων του δημοσίου χρέους.

Συμπερασματικά οποιαδήποτε ανάταξη της ελληνικής οικονομίας δεν μπορεί να βασιστεί σε πολιτικές αποκατάστασης της κερδοφορίας του κεφαλαίου ως κινήτρου ανάπτυξης από τη μνημονιακή πολιτική. Συνεπώς μόνον μια αριστερή λαϊκή διακυβέρνηση, από κοινού με τις συλλογικότητες των εργαζομένων (συνδικαλιστικές, συνεταιριστικές κλπ.), μπορούν να αναλάβουν την ευθύνη μιας κοινωνικοποιημένης παραγωγής στους βασικούς της τομείς, ξεπερνώντας την λειτουργία του κινήτρου της κερδοφορίας, στηρίζοντας μια εθνικοποιημένη τραπεζική χρηματοδότηση, χρησιμοποιώντας τα εργαλεία των δημόσιων επιχειρήσεων που έχουν ιδιωτικοποιηθεί και περιέρχονται εκ νέου συνολικά στο δημόσιο, κοινωνικοποιώντας τα εργοστάσια που έχουν εκκαθαριστεί ή οδηγούνται στο κλείσιμο, καθιερώνοντας έναν εθνικό δημοκρατικό σχεδιασμό κ.ά. Μόνον κατ’ αυτό τον τρόπο μπορεί να τεθεί σε κίνηση η παραγωγική μηχανή, να απορροφήσει την υπερμεγέθη ανεργία, να δημιουργήσει υπερπροϊόν για την διάσωση των ασφαλιστικών ταμείων και των κοινωφελών δημόσιων υπηρεσιών, να αντικαταστήσει το κίνητρο της κερδοφορίας με το κίνητρο της κοινωνικοποιημένης ικανοποίησης των λαϊκών εργατικών αναγκών.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: