Α. Ταρπάγκος: Οι όροι άσκησης της αστικής και αριστερής οικονομικής πολιτικής

Ολόκληρη η περίοδος της μεταπολεμικής εξέλιξης των 60 χρόνων που χαρακτηρίζει την οικονομική εξέλιξη του καπιταλισμού σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο διακρίνεται σε δύο σαφώς διαφοροποιημένες περιόδους : Αφενός από την πρώτη 30ετία της εκτατικής ανάπτυξης στις αναπτυγμένες οικονομίες (τέλος του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου μέχρι τα μέσα της 10ετίας του 1970), που χαρακτηρίσθηκε από υψηλούς ρυθμούς μεγέθυνσης, αύξησης της απασχόλησης, εφαρμογής όλων των μέχρι τότε επιτευγμάτων των τεχνολογικών επαναστάσεων, της ανάπτυξης του κράτους πρόνοιας κλπ. – Αφετέρου από την δεύτερη μεταπολεμική 30ετία  (εκδήλωση της πρώτης κρίσης υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου, σε συνάρτηση με τις τιμές του πετρελαίου και τις νέες νομισματικές συμφωνίες, μέχρι την έκρηξη της σημερινής μεγάλης καπιταλιστικής κρίσης), της οποίας κύριο χαρακτηριστικό στάθηκε η απαρχή και διαρκής εφαρμογή μιας οικονομικής πολιτικής «μετριοπαθούς» νεοφιλελευθερισμού που αποσκοπούσε να αντιμετωπίσει τις συνέπειες της κρίσης των αρχών της 10ετίας του 1970, με μέτρα κυβερνητικής πολιτικής που αφορούσαν «ήπιες» παρεμβάσεις στους μισθούς, τις εργασιακές σχέσεις, τους όρους άσκησης της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Η τρίτη μεταπολεμική οικονομική περίοδος ξεκίνησε με την εκδήλωση της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008 και συνεχίζεται μέχρι σήμερα, χωρίς ορατό ορίζοντα υπέρβασης της κρίσης καπιταλιστικής υπερσυσσώρευσης. Για περισσότερα κάντε click παρακάτω ή εδώ.

Α. Ταρπάγκος: Οι όροι άσκησης της
αστικής και αριστερής οικονομικής πολιτικής
by Aristeri Diexodos

Advertisements

Ο πραγματικός ρόλος του Παντελή Καψή για το θάνατο της ΕΡΤ – Η χθεσινή συνάντηση με το Δ.Σ. της ΕΣΗΕΑ

Πηγή: http://left.gr/
Γιώργος Γιουκάκης, Μαριλένα Κατσίμη, Νανά Νταουντάκη, Δημήτρης Τρίμης
Τις διχαστικές ενέργειες της Κυβέρνησης, με τις οποίες επιχειρείται να λειτουργήσει το «μόρφωμα» που καλείται Δημόσια Τηλεόραση και  την έκδοση μιας «πρόσκλησης ενδιαφέροντος»  πρόχειρης, «φωτογραφικής», με τερατώδη νομικά κενά, δίχως την παραμικρή σχέση με τη δημοσιογραφική πραγματικότητα, που παραβιάζει ακόμη και την πολιτική συμφωνία ΝΔ-ΠΑΣΟΚ για την πρόσληψη 2.000 εργαζομένων της ΕΡΤ, κατήγγειλε το Δ.Σ. της ΕΣΗΕΑ στη συνάντηση που είχε χθες με τον υφυπουργό Δημόσιας Ραδιοτηλεόρασης κ. Παντελή Καψή.   Στη συνάντηση που έγινε παρουσία της διοίκησης της ΠΟΣΠΕΡΤ – και των νομικών συμβούλων των Ομοσπονδιών και της Ένωσης – ο υφυπουργός ξεκαθάρισε πως δεν γνωρίζει ούτε τη σύμβαση που θα κληθούν να υπογράψουν οι εργαζόμενοι, ούτε το περιεχόμενο της αίτησης που θα συμπληρώσουν οι υποψήφιοι. Ο κ. Καψής, επίσης, δεν γνωρίζει τις λεπτομέρειες των εργασιακών σχέσεων και τον τρόπο ασφάλισης των δημοσιογράφων που θα προσληφθούν με δίμηνη σύμβαση στο μεταβατικό μόρφωμα. Για όλα αυτά τα θέματα παρέπεμπε σταθερά στο υπουργείο Οικονομικών και στον υπόλογο ειδικό διαχειριστή Γκίκα Μάναλη.  Μόνιμη επωδός του κ. Καψή σε όλη τη διάρκεια της συνάντησης ήταν η αναγκαιότητα λειτουργίας του παράνομου και αντισυνταγματικού «μεταβατικού φορέα». Και φυσικά η ανάγκη  «απελευθέρωσης» του Ραδιομεγάρου της Αγ. Παρασκευής ακόμη και με τον απίστευτο εκβιασμό που διατύπωσε ότι σε διαφορετική περίπτωση δεν θα συνεχιστεί η καταβολή των αποζημιώσεων.   Κατόπιν όλων αυτών, το καταγγέλλουμε το ρόλο που έχει αναλάβει προσωπικά ο κ. Παντελής Καψής στο θέατρο του παραλόγου που εξελίσσεται από τις 11 Ιουνίου. Στη χθεσινή συνάντηση απέδειξε ότι μέλημά του δεν είναι η λειτουργία μιας πραγματικής Δημόσιας Ραδιοτηλεόρασης, αλλά ο διχασμός των εργαζομένων και η νομιμοποίηση των παράνομων τετελεσμένων της κυβέρνησης με την εκβιαστική υφαρπαγή των υπογραφών όσων δημοσιογράφων ενδώσουν. Τελικός στόχος του είναι η δημιουργία με κάθε τρόπο ενός παράνομου τηλεοπτικού «μορφώματος» το οποίο μπορεί να μην έχει καμία σχέση με τη δημοσιογραφική πραγματικότητα, καλύπτει ωστόσο πλήρως τις προπαγανδιστικές και πολιτικές επιδιώξεις του Μεγάρου Μαξίμου.  Σταθερή του επιδίωξη για την «εκκαθάριση» του Ραδιομεγάρου είναι αντί για ΜΑΤ και ΕΚΑΜ, να χρησιμοποιηθεί ο «στρατός» των επιλαχόντων, οι οποίοι θα ζητούν να αδειάσει η Αγία Παρασκευή και η ΕΤ3 στη Θεσσαλονίκη, ώστε να προκηρυχθούν σε δεύτερη φάση οι θέσεις τους.   Οι συνάδελφοι εργαζόμενοι της ΕΡΤ στην χθεσινή συνάντηση παρουσίασαν την 4η κατά σειρά πρότασή τους, άρτια και άμεσα εφαρμοστέα, που παρέχει στην κυβέρνηση μια ολοκληρωμένη λύση η οποία είναι απολύτως σύμφωνη τόσο με το γράμμα όσο και με το πνεύμα της προσωρινής απόφασης του ΣτΕ και των νόμων:   · Να ανοίξει άμεσα ο νέος θεσμικός φορέας Δημόσιας Ραδιοτηλεόρασης που διαδέχεται την ΕΡΤ (ΝΕΡΙΤ) και μάλιστα από όλες τις εγκαταστάσεις της, το πρόγραμμα του οποίου θα συνεχίσουν να παράγουν όλοι οι εργαζόμενοι της ΕΡΤ.   · Με ταχύτατες διαδικασίες θα γίνει η αποχώρηση όσων επιθυμούν να αποχωρήσουν με σύνταξη.   · Η ΝΕΡΙΤ θα λειτουργήσει όπως προβλέπεται από το θεσμικό πλαίσιο. Μέσα σε ένα εύλογο χρονικό διάστημα. με ουσιαστικό διάλογο με ανεξάρτητους φορείς και ενώσεις  των εργαζομένων θα σχηματοποιηθεί και θα οριστικοποιηθεί το νέο οργανόγραμμα και ο νέος Γενικός Κανονισμός του Προσωπικού, που θα έχει απομείνει.   Η πρόταση αυτή, που δεν επιβαρύνει ούτε στο ελάχιστο τον κρατικό προϋπολογισμό (αποζημιώσεις, ρήτρες κ.λπ.), αρχικά καταγράφηκε από τον κ. Καψή, αλλά όταν του ζητήθηκε να την μεταφέρει στην κυβέρνηση, ξεκαθάρισε ότι δεν πρόκειται να το κάνει.   Απέδειξε και με αυτόν τον τρόπο ότι ο ρόλος του είναι στην καλύτερη περίπτωση κενός περιεχομένου. Αν και μέρα με την ημέρα επιβεβαιώνει οτι πραγματικός του στόχος είναι η παρελκυστική τακτική του δήθεν διαλόγου, ο εκβιασμός των εργαζόμενων της ΕΡΤ, η νομιμοποίηση του «μαύρου» στις τηλεοπτικές συχνότητες της ΕΡΤ και η αντικατάστασή του με ένα τηλεοπτικό προϊόν κομμένο και ραμμένο από τα υπόγεια του Μαξίμου.   Πηγή: syspeirosi.wordpress.com – See more at: http://left.gr/news/o-pragmatikos-rolos-toy-panteli-kapsi-gia-thanato-tis-ert-i-hthesini-synantisi-me-ds-tis-esiea#sthash.Cz0EnPWq.dpuf

Σ. Κουβελάκης: Ουτοπικός και ριζοσπαστικός ρεαλισμός

Παρά τις επίσημες διαβεβαιώσεις περί του αντιθέτου, η αίσθηση ενός αυξανόμενου κοινωνικού και πολιτικού αδιέξοδου εντείνεται καθημερινά. Αναπόφευκτα λοιπόν δημιουργείται σε τμήματα της κοινής γνώμης και των πολιτικών δυνάμεων η πεποίθηση ότι πρέπει να ανιχνευθεί η δυνατότητα μιας «ενδιάμεσης λύσης» της ελληνικής κρίσης.
Ενα τέτοιο σκεπτικό ξεκινά από την εξής παραδοχή: η επιστροφή στην προ-Μνημονίου κατάσταση είναι ανέφικτη αλλά και η συνέχιση της ως τώρα ακολουθούμενης πορείας οδηγεί σε σίγουρη αποτυχία και ακόμη καταστροφικότερες περιπέτειες. Η διέξοδος θα πρέπει λοιπόν να αναζητηθεί σε μια μερική τροποποίηση του Μνημονιακού πλαισίου, που θα σταθεροποιεί στα σημερινά επίπεδα κάποιες βασικές παράμετρους (μισθοί, συντάξεις, δημόσιες δαπάνες) αλλά θα ανακόπτει την περαιτέρω πτωτική τους πορεία. Η προοπτική της μελλοντικής τους βελτίωσης είναι ανοιχτή, αυστηρά εξαρτημένη όμως από την επίτευξη των επιδιωκόμενων ρυθμών ανάπτυξης. Παράλληλα, η αναμόρφωση του φορολογικού συστήματος προς μια δικαιότερη κατεύθυνση θα επιτρέψει την παγίωση της δημοσιονομικής εξισορρόπησης και των πλεονασματικών προϋπολογισμών. Εν συντομία, ένα τέτοιο σχέδιο θα υποκαταστήσει το Μνημόνιο, ενσωματώνοντας ωστόσο βασικά του «κεκτημένα».
Το δεύτερο επίπεδο της πρότασης αφορά την αποπληρωμή του δημόσιου χρέους: εφόσον η αναδιάρθρωσή του είναι εν τέλει (δηλαδή μετά τις γερμανικές εκλογές) αναπόφευκτη, στόχος είναι ο βιώσιμος τρόπος αποπληρωμής του, που θα συνδυάζει κούρεμα μεγάλου μέρους του και συνέχιση της αποπληρωμής του υπόλοιπου υπό όρους συμβατούς με κάποιες κοινωνικές και οικονομικές ισορροπίες (ορισμένοι το ονομάζουν αυτό «ρήτρα ανάπτυξης»).
Μια τέτοια λύση προβάλλεται ως η πεμπτουσία του «ρεαλισμού», διότι ανταποκρίνεται στους υπαρκτούς συσχετισμούς δύναμης, εσωτερικούς και διεθνείς, που θεωρούνται απαγορευτικοί για οποιαδήποτε άλλη γραμμή πλεύσης. Γι΄ αυτό και παρουσιάζεται ως εφικτή μέσω διαπραγματεύσεων με τους δανειστές, αποφεύγοντας μια ρήξη με το ευρωπαϊκό πλαίσιο που θα οδηγούσε τη χώρα στην απομόνωση. Αυτό που της προσδίδει όμως πειστικότητα ίσως να βρίσκεται αλλού: στη φυσιολογική, με μια έννοια, θεώρηση που διακατέχει έναν παίκτη που καλείται να αντιμετωπίσει έναν ασύμμετρα ισχυρό αντίπαλο και αισθάνεται δέος μπροστά στο κόστος μιας σύγκρουσης. Γεννιέται έτσι η ιδέα του «να τα βρούμε κάπου στη μέση», η αναζήτηση ενός ευπρεπούς συμβιβασμού παρόμοιου με αυτούς που ίσχυσαν – και έφεραν ενίοτε θετικά αποτελέσματα – στο παρελθόν.
Μόνο που η κατάσταση είναι πλέον εντελώς διαφορετική. Ο ισχυρός δεν αισθάνεται ότι έχει «αποτύχει», κάθε άλλο μάλιστα. Και τούτο διότι παρά τις αντιστάσεις η μνημονιακή θεραπεία-σοκ έχει ως τώρα εφαρμοσθεί στο ακέραιο και έχει υλοποιήσει τους πραγματικούς της στόχους. Που δεν είναι άλλοι από την εγκαθίδρυση ενός καθαρόαιμου νεοφιλελεύθερου υποδείγματος στο εσωτερικό της χώρας και την υποβάθμιση της θέσης της διεθνώς – έτσι ώστε να παραμείνει άθικτη η επικυριαρχία του ευρωπαϊκού κέντρου, και ειδικότερα του γερμανικού κεφαλαίου. Όσο για το όποιο μελλοντικό κούρεμα του χρέους είναι εμφανές ότι θα συνοδευτεί με όρους δυσμενέστερους από αυτούς του επονείδιστου PSI. Μεταλλασσόμενη σε μια «αποικία χρέους», η Ελλάδα έχει ήδη παραδοθεί στη λεηλασία του εγχώριου και του ξένου κεφαλαίου και έχει απεμπολήσει θεμελιώδεις όψεις της λαϊκής κυριαρχίας και της δημοκρατικής λειτουργίας. Όσοι επιμένουν να μη βλέπουν το δομικό χαρακτήρα αυτών των επιλογών υποκαθιστούν το «ρεαλισμό» με το αντίθετό του, την ουτοπία και τους ευσεβείς πόθους.
Υπάρχουν πράγματι συγκυρίες όπου η απέχθεια προς τη ρήξη αντί για τον προσδοκώμενο συμβιβασμό οδηγεί μοιραία στην ήττα και τη συνθηκολόγηση. Ο ισχυρός ως γνωστόν δεν έχει λόγο να κάνει την παραμικρή παραχώρηση, αν δεν τον εξαναγκάσει ένας συσχετισμός δύναμης. Αλλά επί του προκειμένου και ο αδύναμος δεν μπορεί να βελτιώσει τη θέση του, αν δεν κάνει χρήση του αποφασιστικού όπλου που διαθέτει: την κίνηση που αλλάζει το ίδιο το πεδίο της αναμέτρησης. Σήμερα αφετηρία μιας τέτοιας αναγκαστικής στην ουσία επιλογής είναι η μονομερής κατάργηση των Μνημονίων. Αναμφίβολα, η κυβέρνηση που θα την αποφασίσει θα μπει σε μια τροχιά συνολικής σύγκρουσης με τις κυρίαρχες δυνάμεις, εγχώριες και διεθνείς. Αυτή είναι όμως και η μοναδική ρεαλιστική δυνατότητα για να ξεκινήσει ένα ευρωπαϊκό ντόμινο ανατροπών και να αλλάξει προς όφελός της το γενικότερο σκηνικό.
Υπάρχουν με άλλα λόγια συνθήκες όπου ένας επιφανειακός ρεαλισμός αποδεικνύεται ουτοπικός και όπου ο αυθεντικός δεν αντιβαίνει αλλά αντίθετα οδηγεί στην ριζοσπαστικότητα.
Δημοσιεύτηκε στην «Ελευθεροτυπία» 25/7/2013

Α. Ταρπάγκος: Διακυβέρνηση Κοινωνικού Θανάτου

Η ελεύθερη λαϊκή δημοκρατική ετυμηγορία, σε συνδυασμό με την ισχύ και παρέμβαση των εργατικών και λαϊκών δυνάμεων, μπορούν να αναδείξουν την διακυβέρνηση του τέλους των μνημονίων, της απαλλαγής από τον βρόγχο του χρέους και των ριζοσπαστικών παρεμβάσεων στην εταιρική ιδιωτική οικονομία που θα συντείνουν στην έξοδο από την καπιταλιστική κρίση προς όφελος του κόσμου της μισθωτής εργασίας

Η άσκηση της αστικής πολιτικής με όρους ανάπτυξης

 Όλες οι μορφές πολιτικής διακυβέρνησης στις έξη μεταπολεμικές δεκαετίες, κι’ ακόμη περισσότερο στα τελευταία σαράντα χρόνια της μεταπολιτευτικής κοινωνικής ιστορίας, ανεξάρτητα από την τοποθέτησή τους στη συντηρητική ή την σοσιαλδημοκρατική κατεύθυνση, λειτουργούσαν ως εκφραστές του γενικού κοινωνικού συμφέροντος, υπό την αστική προφανώς ηγεμονία. Με την πολιτική που ασκούσαν επεδίωκαν την οικονομική ανάπτυξη της χώρας, την διασφάλιση της λειτουργίας στοιχειωδών μορφών κοινωνικής προστασίας των λαϊκών τάξεων, καλλιεργούσαν την προσδοκία για την βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων, φρόντιζαν να εξασφαλίζουν την κοινωνική συναίνεση. Αυτή η κυβερνητική πολιτική που είχε ως κεντρικό άξονα αναφοράς την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη, σε συντηρητικότερη ή προοδευτικότερη απόχρωση, συμβάδιζε με την παράλληλη ανάπτυξη του ελληνικού καπιταλισμού, την οποία και υπηρετούσε, με αντίτιμο την κατανομή ενός μέρους της παραγόμενης εισοδηματικής πίτας στον μισθωτό εργαζόμενο κόσμο.
Στη δεκαετία του 1950 διαμορφώθηκαν οι γενικοί όροι αναπαραγωγής του κεφαλαίου με τα μεγάλα τεχνικά, οδικά, ενεργειακά έργα, απαραίτητα για την διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 και μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1970 καταγράφηκε η φαντασμαγορική βιομηχανική ανάπτυξη, που χαρακτηρίστηκε ως η «χρυσή περίοδος» του ελληνικού καπιταλισμού. Η εκδήλωση της πρώτης κρίσης υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1980 γρήγορα αντιμετωπίσθηκε με την εφαρμογή ενός ήπιου νεοφιλελευθερισμού, και την ανασυγκρότηση του κεφαλαίου, κυρίως με την εισαγωγή της πληροφορικής, του αυτοματισμού κλπ. στην κοινωνική παραγωγή. Η οικονομική ανάπτυξη αποκαταστάθηκε εκ νέου δίνοντας έδαφος σε μια συστηματική και σημαντική καπιταλιστική συσσώρευση και συγκέντρωση του κεφαλαίου και της κερδοφορίας, από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 και μέχρι την έκρηξη της μεγάλης χρηματοπιστωτικής κρίσης (2008) , η οποία στην τελευταία πενταετία έθεσε τέρμα στην οικονομική ανάπτυξη και έδωσε τη θέση της στην μαζική καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων, παγίων κεφαλαίων και ζωντανής εργασίας.

Η εκτέλεση ενός συμβολαίου κοινωνικού θανάτου

Ο τερματισμός αυτής της πολύχρονης οικονομικής ανάπτυξης που σημαδεύτηκε με την ανάδειξη της μείζονος κρίσης κεφαλαιακής υπερσυσσώρευσης, οι δραματικές κοινωνικές συνέπειες που προκάλεσε (μαζική ανεργία και εκκαθάριση επιχειρήσεων), τροποποίησαν ριζικά και τα δεδομένα άσκησης της πολιτικής εξουσίας. Οι μνημονιακές πολιτικές που υιοθετήθηκαν και εφαρμόζονται αδιαλείπτως την τελευταία τριετία με σκοπό να συμβάλουν στην υπέρβαση της κρίσης προς όφελος των δυνάμεων της αστικής τάξης και σε βάρος των συμφερόντων των λαϊκών τάξεων, σε συνδυασμό με την κρίση χρέους, την χρεοκοπία του τραπεζικού συστήματος και την υπέρογκη χρηματοδοτική στήριξή του από το σημερινό αστικό κράτος, μετάλλαξαν πλέον τελεσίδικα τα ορόσημα αναφοράς της αστικής πολιτικής. Η αναφορά στην οικονομική ανάπτυξη έδωσε την θέση της στην παρατεταμένη ύφεση και στα πασίδηλα φαινόμενα της οικονομικής καταστροφής. – Ο λόγος για την απασχόληση του εργατικού δυναμικού έδωσε τη θέση του στην υπερμεγέθη διόγκωση της ανεργίας που τείνει να αγκαλιάσει το ένα τρίτο του ΟΕΠ. – Η ιστορική φιλολογία των αστικών κυβερνήσεων της προηγούμενης  περιόδου για μορφές κοινωνικής δικαιοσύνης έδωσε τη θέση της στις παντοειδείς φορολογικές επιβαρύνσεις των εργαζομένων επί των μισθών τους, των κατοικιών τους κλπ.
 Με το πρόσχημα της εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους και της μείωσης των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και με κύριο στόχο την δήμευση των εισοδημάτων και των περιουσιών της εργαζόμενης κοινωνικής πλειοψηφίας, προκειμένου να διασωθούν οι ιδιωτικές τράπεζες, να ενισχυθεί η κερδοφορία των επιχειρήσεων, και να συγκρατηθούν τα ζημιογόνα αποτελέσματα των υπολοίπων, εφαρμόζεται ανοιχτά η κυβερνητική πολιτική του κοινωνικού θανάτου ευρύτατων λαϊκών στρωμάτων. Από την κοινωνία των δύο-τρίτων για την οποία γινόταν λόγος στην δεκαετία του 1980 φτάσαμε αισίως στην κοινωνία του ενός-τετάρτου (αστική τάξη και ανώτερα μικροαστικά στρώματα) : Η σωτηρία πλέον του ελληνικού καπιταλισμού και του αστικού κράτους επιβάλλουν ως προϋπόθεση την γενικευμένη οικονομική καταστροφή των υπόλοιπων τριών-τετάρτων (μισθωτών, ανέργων, συνταξιούχων, νεολαίας, αυτοαπασχολουμένων). Κάθε ίχνος νομιμοποιητικής βάσης της αστικής διακυβέρνησης έχει πλέον εξαφανιστεί και η όποια κοινωνική συναίνεση έχει δώσει τη θέση της στην κυβερνητική δικτατορική επιβολή.

Ανατροπή της συγκυβέρνησης όρος ζωής για τις λαϊκές τάξεις

Το ότι πρόκειται για μια μνημονιακή συγκυβέρνηση που αντιπροσωπεύει μια συμμορία που έχει αναλάβει να εκτελέσει το συμβόλαιο θανάτου των τριών-τετάρτων της ελληνικής κοινωνίας (προς όφελος της εργοδοσίας, των τραπεζιτών και των τοκογλύφων) είναι περισσότερο από εμφανές στην εργαζόμενη λαϊκή πλειοψηφία. Μια διακυβέρνηση που δεν έχει καμία σχέση με οποιαδήποτε έχει υπάρξει στις προηγούμενες δεκαετίες και η οποία :
Είναι καταφανώς λαϊκή μειοψηφία που μετά βίας προσεγγίζει το ένα-τρίτο του εκλογικού σώματος και που η κοινοβουλευτική της πλειοψηφία προέρχεται από το καλπονοθευτικό εκλογικό σύστημα.
Ασκεί την εξουσία της με δικτατορικούς όρους, όπως οι πολιτικές επιστρατεύσεις στην εκπαίδευση, στις συγκοινωνίες κ.ά., ο «ξαφνικός θάνατος» της δημόσιας τηλεόρασης, η κατάργηση της τεχνικής εκπαίδευσης, οι μαζικές εκκαθαρίσεις επιχειρήσεων.
Δεν υπηρετεί κανέναν στόχο του γενικού κοινωνικού συμφέροντος ούτε στην πλέον ελάχιστη μορφή του, αλλά απεναντίας σκορπάει τον κοινωνικό θάνατο σ’ όλα τα λαϊκά στρώματα της ελληνικής κοινωνίας χωρίς καμία διάκριση.
Κατά συνέπεια η ανατροπή της και ο τερματισμός της ζωής της είναι όρος ζωής για την εργαζόμενη κοινωνική πλειοψηφία. Η αναμονή της πτώσης της μέσα από τις ίδιες της τις αντιφάσεις της επιτρέπει να συνεχίζει ανενόχλητη το κοινωνικά εγκληματικό της έργο. Άλλωστε, όσο οι λαϊκές κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις δεν κινητοποιούνται συντονισμένα και μετωπικά για την κινηματική της ανατροπή, τόσο η λαϊκή οργή, αγανάκτηση και εξαθλίωση, διαπιστώνοντας την αναποτελεσματικότητα του αριστερού και εργατικού κινήματος, θα στρέφεται στις στρεβλές πολιτικές εκφράσεις του νεοναζισμού, επιτείνοντας τα αδιέξοδα.
Τα κύματα κινητοποιήσεων στην εκπαίδευση, στην τοπική αυτοδιοίκηση, στη δημόσια ραδιοτηλεόραση, στα εργοστάσια που κλείνουν, στις επιχειρήσεις που κατακρεουργούν τους μισθούς των συλλογικών συμβάσεων, στους συνταξιούχους που υφίστανται μια πρωτοφανή γενοκτονία, στην διανοητική νεολαία που οδηγείται στο τέλμα της παρακμής χωρίς να μπορεί να βρει εργασιακές διεξόδους, στους ανέργους που βιώνουν κυριολεκτικά τον κοινωνικό θάνατο, από κοινού με το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων που εναντιώνονται στην πολιτική των μνημονίων και στις ολέθριες συνέπειες της κρίσης υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου, μπορούν να αποτελέσουν στη σημερινή συγκυρία το ριζοσπαστικό εκείνο πολιτικό και κοινωνικό μέτωπο που μέσα από την κινητοποίησή του είναι σε θέση να επιφέρει τον εξαναγκασμό της μνημονιακής συγκυβέρνησης σε παραίτηση και απομάκρυνση από την πολιτική εξουσία. Η ελεύθερη λαϊκή δημοκρατική ετυμηγορία, σε συνδυασμό με την ισχύ και παρέμβαση των εργατικών και λαϊκών δυνάμεων, μπορούν να αναδείξουν την διακυβέρνηση του τέλους των μνημονίων, της απαλλαγής από τον βρόγχο του χρέους και των ριζοσπαστικών παρεμβάσεων στην εταιρική ιδιωτική οικονομία που θα συντείνουν στην έξοδο από την καπιταλιστική κρίση προς όφελος του κόσμου της μισθωτής εργασίας.

Γιατί θέλουμε την κυβέρνηση της Αριστεράς

Του Δημήτρη Μπελαντή

Ας ξεκαθαρίσουμε, λοιπόν, τα πολιτικά και προγραμματικά ζητούμενα για τη διαμόρφωση ενός κοινωνικού και πολιτικού συσχετισμού που θα αντιστοιχεί σε μια κυβέρνηση της Αριστεράς. Αυτά θα καθορίσουν και την αριθμητική των συσχετισμών.

1.  Κατ’ αρχήν, η προ­ο­πτι­κή της κυ­βέρ­νη­σης της Αρι­στε­ράς δεν είναι, απλώς, μια μα­θη­μα­τι­κή αθροι­στι­κή πράξη, όπως συ­νή­θως επι­χει­ρη­μα­το­λο­γεί­ται (π.χ. ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ+ΚΚΕ+ΑΝΤΑΡ­ΣΥΑ). Προ­ϋ­πο­θέ­τει μια πολ­λα­πλα­σια­στι­κή άλ­γε­βρα και όχι μια απλή αριθ­μη­τι­κή των πο­λι­τι­κών δυ­νά­με­ων. Δεν προ­κύ­πτει δη­λα­δή από το απλό άθροι­σμα των αρι­στε­ρών κομ­μα­τι­κών εδρών στο   κοι­νο­βού­λιο, ώστε να γί­νουν 151, όπως και ποτέ δεν προ­έ­κυ­πτε. Υπάρ­χουν πίσω μας πολ­λές ση­μα­ντι­κές εμπει­ρί­ες, όπως οι κυ­βερ­νή­σεις των Λαϊ­κών Με­τώ­πων, της Λαϊ­κής Ενό­τη­τας στην Χιλή και αρ­κε­τές άλλες λι­γό­τε­ρο έντο­νες και κι­νη­μα­τι­κές, όπως η συμ­με­το­χή των κομ­μου­νι­στών σε μη κομ­μου­νι­στι­κές κυ­βερ­νή­σεις μετά τον πό­λε­μο (π.χ. Γαλ­λία 1981). Εν­δε­χο­μέ­νως δε, μπο­ρεί και να μην έχου­με αυ­τό­μα­τα τις 151 έδρες ως δε­δο­μέ­νες μετά από μια εκλο­γή, αλλά να Aχρεια­στεί μια κοι­νω­νι­κή και πο­λι­τι­κή δια­δι­κα­σία αγώνα για να τις απο­κτή­σου­με. Ας ξε­κα­θα­ρί­σου­με, λοι­πόν, τα πο­λι­τι­κά και  προ­γραμ­μα­τι­κά ζη­τού­με­να για τη δια­μόρ­φω­ση ενός κοι­νω­νι­κού και πο­λι­τι­κού συ­σχε­τι­σμού που θα αντι­στοι­χεί σε μια κυ­βέρ­νη­ση της Αρι­στε­ράς. Αυτά θα κα­θο­ρί­σουν και την αριθ­μη­τι­κή των συ­σχε­τι­σμών.

2. «Η κυ­βέρ­νη­ση της Αρι­στε­ράς» υπήρ­ξε το βα­σι­κό προ­γραμ­μα­τι­κό στοι­χείο –μαζί με την κα­τάρ­γη­ση των μνη­μο­νί­ων– με βάση το οποίο ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ ανήλ­θε από το 4% αρ­χι­κά στο 17 % τον Μάιο 2012 και στο 27 % τον Ιού­νιο 2012. Πρό­τει­νε, δη­λα­δή, ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ μια συ­μπό­ρευ­ση των δυ­νά­με­ων της Αρι­στε­ράς, τόσο των πο­λι­τι­κών της ορ­γα­νώ­σε­ων (ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, ΚΚΕ, ΑΝΤΑΡ­ΣΥΑ, μι­κρό­τε­ρες ορ­γα­νώ­σεις της εξω­κοι­νο­βου­λευ­τι­κής Αρι­στε­ράς κλπ) όσο και των κοι­νω­νι­κών της δυ­νά­με­ων, ώστε να εφαρ­μο­στεί το αρι­στε­ρό αντι­μνη­μο­νια­κό με­τα­βα­τι­κό πρό­γραμ­μα. Αν δεν είχε προ­τεί­νει αυτή τη στρα­τη­γι­κή συ­μπό­ρευ­ση στη βάση του αντι­μνη­μο­νια­κού προ­γράμ­μα­τος (το Ενιαίο Μέ­τω­πο της Αρι­στε­ράς στη βάση, αλλά και στην κο­ρυ­φή), σή­με­ρα ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ δεν θα ήταν αξιω­μα­τι­κή αντι­πο­λί­τευ­ση.

Ποιο ήταν και είναι  αυτό το πρό­γραμ­μα ; Ας θυ­μί­σου­με τις βα­σι­κές όψεις του. Κα­τάρ­γη­ση των μνη­μο­νί­ων και των εφαρ­μο­στι­κών τους νόμων, κα­ταγ­γε­λία των δα­νεια­κών συμ­βά­σε­ων, αμ­φι­σβή­τη­ση του με­γά­λου-συ­ντρι­πτι­κού  τμή­μα­τος του χρέ­ους και, σε πε­ρί­πτω­ση μη επί­τευ­ξης συμ­φω­νί­ας, μο­νο­με­ρής παύση πλη­ρω­μών. Σύ­γκρου­ση με τις δυ­νά­μεις του κε­φα­λαί­ου και της ευ­ρω­ζώ­νης και ρή­ξεις σε ρι­ζο­σπα­στι­κή και αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κή κα­τεύ­θυν­ση, με στρα­τη­γι­κό ορί­ζο­ντα τον σο­σια­λι­σμό και χωρίς τε­χνη­τά όρια.

Αυτό το πρό­γραμ­μα, παρά τις όποιες μη αντί­στοι­χες δη­μό­σιες δη­λώ­σεις και εκ­φο­ρές στον ένα χρόνο που πέ­ρα­σε, εξα­κο­λου­θεί να είναι το πρό­γραμ­μα του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ για μια κυ­βέρ­νη­ση της Αρι­στε­ράς. Μια κυ­βέρ­νη­ση της Αρι­στε­ράς οφεί­λει να εκ­πλη­ρώ­σει αυτό το πρό­γραμ­μα και κα­νέ­να άλλο. Δεν μπο­ρεί να έρθει και να πει ότι απλώς θα κα­ταρ­γή­σει ορι­σμέ­νες πτυ­χές των μνη­μο­νια­κών ρυθ­μί­σε­ων και θα αφή­σει τον κορμό τους ανέ­πα­φο (άλλο το ζή­τη­μα του χρο­νο­δια­γράμ­μα­τος κα­τάρ­γη­σης του συ­νό­λου των μνη­μο­νια­κών νόμων και ρυθ­μί­σε­ων, οι οποί­ες είναι τόσο εκτε­τα­μέ­νες ώστε να μην μπο­ρούν, εν­δε­χο­μέ­νως, να κα­ταρ­γη­θούν όλες σε μια νύχτα). Άρα, κάθε συμ­μα­χία του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ οφεί­λει, προ­κει­μέ­νου να υπάρ­ξει κυ­βέρ­νη­ση της Αρι­στε­ράς, να μεί­νει σε αυτό το προ­γραμ­μα­τι­κό πλαί­σιο και να μην το με­τα­βά­λει. Καμία ου­σια­στι­κή αυ­ξο­μεί­ω­ση αυτού του προ­γράμ­μα­τος δεν μπο­ρεί να αντι­στοι­χεί στην κυ­βέρ­νη­ση της Αρι­στε­ράς.

3. Η «κυ­βέρ­νη­ση της Αρι­στε­ράς» δεν μπο­ρεί να συ­γκρο­τη­θεί χωρίς την πλήρη και ενερ­γη­τι­κή στή­ρι­ξη, διεκ­δί­κη­ση και δράση των λαϊ­κών  στρω­μά­των και τά­ξε­ων. Χωρίς τη στή­ρι­ξη της ερ­γα­τι­κής τάξης του δη­μο­σί­ου και του ιδιω­τι­κού τομέα, των ευ­ρύ­τε­ρων μι­σθω­τών στρω­μά­των, των αυ­το­α­πα­σχο­λού­με­νων με­σαί­ων στρω­μά­των, των φτω­χών και με­σαί­ων αγρο­τών, των ερ­γα­ζό­με­νων της δια­νοη­τι­κής ερ­γα­σί­ας και του πο­λι­τι­σμού, των πο­λύ­πλευ­ρα κα­τα­πιε­σμέ­νων κοι­νω­νι­κών ομά­δων. Οι δυ­νά­μεις αυτές πρέ­πει να κά­νουν δική τους υπό­θε­ση την κυ­βέρ­νη­ση της Αρι­στε­ράς. Πρέ­πει να απαι­τή­σουν την εφαρ­μο­γή του πα­ρα­πά­νω προ­γράμ­μα­τος, να στη­ρί­ξουν τη δια­δι­κα­σία εφαρ­μο­γής και επι­βο­λής του και να ασκή­σουν έμπρα­κτη κρι­τι­κή και διεκ­δί­κη­ση-αντι­πο­λί­τευ­ση απέ­να­ντι σε κάθε ου­σια­στι­κή υπα­να­χώ­ρη­ση και προ­γραμ­μα­τι­κή ανα­δί­πλω­ση.

Με αυτή την έν­νοια, η κυ­βέρ­νη­ση της Αρι­στε­ράς οφεί­λει να εκ­φρά­σει το πα­ρα­πά­νω κοι­νω­νι­κό και τα­ξι­κό μπλοκ και ιδιαί­τε­ρα την ηγε­μο­νία των δυ­νά­με­ων της μι­σθω­τής ερ­γα­σί­ας μέσα σε αυτό. Άρα, η κυ­βέρ­νη­ση της Αρι­στε­ράς είναι ένα κοι­νω­νι­κό και τα­ξι­κό μπλοκ ή συ­γκρό­τη­μα δυ­νά­με­ων και όχι απλώς ένα τμήμα του πο­λι­τι­κού-κοι­νο­βου­λευ­τι­κού μη­χα­νι­σμού του κρά­τους. Ακου­μπά σε αυτόν το μη­χα­νι­σμό και τον ενερ­γο­ποιεί υπό τον όρο της πα­ρα­πά­νω κοι­νω­νι­κής στή­ρι­ξης και αντα­νά­κλα­σης-αλ­λη­λο­τρο­φο­δό­τη­σης.

4. Η «κυ­βέρ­νη­ση της Αρι­στε­ράς» δεν μπο­ρεί παρά να συ­γκρο­τη­θεί στη βάση μιας πο­λι­τι­κής  διαρ­κούς  μάχης για την πο­λι­τι­κή, αλλά και εκλο­γι­κή  συ­γκρό­τη­σή της. Αν ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ δεν απευ­θυν­θεί στις άλλες ορ­γα­νω­μέ­νες δυ­νά­μεις της Αρι­στε­ράς και δεν ζη­τή­σει τη συ­μπό­ρευ­ση, όπως ακρι­βώς έκανε και το 2012, κιν­δυ­νεύ­ει να χάσει την υπο­στή­ρι­ξη των ψη­φο­φό­ρων και οπα­δών των άλλων ορ­γα­νω­μέ­νων δυ­νά­με­ων της Αρι­στε­ράς, οι οποί­οι στις εκλο­γές του 2012 τον στή­ρι­ξαν με τρόπο απο­φα­σι­στι­κό, δια­χω­ρι­ζό­με­νοι καί­ρια από τις ηγε­σί­ες τους. Συ­νε­πώς, κάθε υπα­να­χώ­ρη­ση από το αί­τη­μα της πο­λι­τι­κής ενό­τη­τας της Αρι­στε­ράς θα απο­κα­τα­στή­σει και ενι­σχύ­σει αντί για τον ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ εκεί­νες τις ηγε­σί­ες της Αρι­στε­ράς οι οποί­ες υπο­στή­ρι­ξαν ή υπο­στη­ρί­ζουν ότι ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ απλώς θα μα­ζέ­ψει τις ψή­φους για να πραγ­μα­το­ποι­ή­σει μια εναλ­λα­κτι­κή αστι­κή δια­χεί­ρι­ση.

5. Η πα­ραί­τη­ση από την επί­κλη­ση της ενό­τη­τας της Αρι­στε­ράς και από το αί­τη­μα για τη συ­γκρό­τη­ση της κυ­βέρ­νη­σης της Αρι­στε­ράς ανα­πό­φευ­κτα θα γεί­ρει την πλά­στιγ­γα συμ­βο­λι­κά, αλλά και πραγ­μα­τι­κά υπέρ εναλ­λα­κτι­κών κυ­βερ­νη­τι­κών λύ­σε­ων, με τη συμ­με­το­χή ή με κά­ποια συμ­με­το­χή του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ. Θα ση­μά­νει δη­λα­δή την πα­γί­ω­ση μιας δια­δι­κα­σί­ας συ­ντη­ρη­τι­κής με­τα­τό­πι­σης του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ. Η φύση, όπως και η κοι­νω­νι­κή σύ­γκρου­ση, απε­χθά­νο­νται το κενό. Το πρώτο σε­νά­ριο θα είναι μια μορφή της «κυ­βέρ­νη­σης κοι­νω­νι­κής σω­τη­ρί­ας», δη­λα­δή μια συ­γκα­τοί­κη­ση και συ­γκυ­βέρ­νη­ση είτε με αστι­κές αντι­μνη­μο­νια­κές δυ­νά­μεις (όπως οι ΑΝΕΛ), είτε με πρώην μνη­μο­νια­κές και μελ­λο­ντι­κά ίσως και πάλι «αντι­μνη­μο­νια­κές» δυ­νά­μεις, όπως η ΔΗΜΑΡ, οι οποί­ες διεκ­δι­κούν όχι την κα­τάρ­γη­ση, αλλά την απα­γκί­στρω­ση από τα μνη­μό­νια. Στην πε­ρί­πτω­ση αυτή θα υπάρ­ξει ένας  κυ­βερ­νη­τι­κός σχε­δια­σμός επι­μέ­ρους αλ­λα­γών, χωρίς τη συ­νο­λι­κή κα­τάρ­γη­ση των μνη­μο­νί­ων και των εφαρ­μο­στι­κών τους νόμων.

Το δεύ­τε­ρο σε­νά­ριο είναι αυτό μιας κε­ντρο­δε­ξιάς-κε­ντρο­α­ρι­στε­ρής ή και απλώς κε­ντρώ­ας κυ­βέρ­νη­σης «εθνι­κής σω­τη­ρί­ας» είτε υπό τη μορφή του «συ­νταγ­μα­τι­κού φά­σμα­τος» και για την κα­τα­πο­λέ­μη­ση δήθεν της Χρυ­σής Αυγής, είτε υπό τη μορφή της κυ­βέρ­νη­σης παλ­λαϊ­κού φά­σμα­τος για τη μη χρε­ο­κο­πία της χώρας. Θα πρό­κει­ται δη­λα­δή για μια κυ­βέρ­νη­ση «εθνι­κής ενό­τη­τας» και «εθνι­κής σω­τη­ρί­ας», η οποία θα στη­ρι­χθεί ως η τε­λευ­ταία κοι­νο­βου­λευ­τι­κή εκ­δο­χή δια­χεί­ρι­σης της κρί­σης. Είναι πλέον ή βέ­βαιο ότι ιδίως αυτή η μορφή –και σε μι­κρό­τε­ρο βαθμό και η προη­γού­με­νη– θα επι­τεί­νει   τη δυ­στυ­χία και την ωμή εκ­με­τάλ­λευ­ση και κοι­νω­νι­κή κα­τα­στρο­φή των ερ­γα­τι­κών και ευ­ρύ­τε­ρων λαϊ­κών στρω­μά­των και θα ανα­πα­ρά­γει την κυ­ριαρ­χία της τρόι­κα και του κε­φα­λαί­ου.

Επι­πλέ­ον, ακόμη και αν έχει δη­λω­μέ­νο «αντι­φα­σι­στι­κό» πρό­ση­μο, θα συ­νε­χί­σει να ανα­πα­ρά­γει τους κοι­νω­νι­κούς όρους του φα­σι­σμού. Γι’ αυτό ακρι­βώς, η επι­μο­νή στην κυ­βέρ­νη­ση της Αρι­στε­ράς απο­τε­λεί τη μο­να­δι­κή διέ­ξο­δο.

6. Η απεύ­θυν­ση στις ηγε­σί­ες, αλλά και στη βάση του ΚΚΕ και της ΑΝΤΑΡ­ΣΥΑ, αλλά και μι­κρό­τε­ρων ορ­γα­νώ­σε­ων της άκρας Αρι­στε­ράς,  απο­τε­λεί την ανα­γκαία βάση για την κυ­βέρ­νη­ση της Αρι­στε­ράς και δεν έχει στα­τι­κό, αλλά δυ­να­μι­κό χα­ρα­κτή­ρα. Δεν στέ­κε­ται στη ση­με­ρι­νή στάση, συ­σχε­τι­σμό και το­πο­θέ­τη­ση των ηγε­σιών αυτών των δυ­νά­με­ων, αλλά εμπλέ­κε­ται στη αλ­λα­γή των συ­σχε­τι­σμών στο εσω­τε­ρι­κό τους και στη σύ­γκλι­ση των γραμ­μών που επι­ζη­τούν την ενό­τη­τα της Αρι­στε­ράς.

Όπως έδει­ξαν και οι συ­γκρού­σεις στον εσω­κομ­μα­τι­κό διά­λο­γο για το 19ο Συ­νέ­δριο του ΚΚΕ, αλλά και οι δια­φο­ρε­τι­κές δη­μό­σιες εκ­φο­ρές στο χώρο της ΑΝΤΑΡ­ΣΥΑ, οι συ­σχε­τι­σμοί που δυ­σχε­ραί­νουν την πο­λι­τι­κή συ­μπό­ρευ­ση της Αρι­στε­ράς κάθε άλλο παρά είναι εδραιω­μέ­νοι ή πα­γιω­μέ­νοι. Εί­μα­στε τμήμα μιας δια­λε­κτι­κής κί­νη­σης που απο­σκο­πεί στη με­τα­βο­λή αυτών των συ­σχε­τι­σμών και στην ικα­νο­ποί­η­ση του τα­ξι­κού πο­λι­τι­κού αι­τή­μα­τος για την ενό­τη­τα της Αρι­στε­ράς.

7. Η πο­λι­τι­κή συ­μπό­ρευ­ση της Αρι­στε­ράς δεν πε­ρι­λαμ­βά­νει απο­κλει­στι­κά και  μόνο τον ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, το ΚΚΕ και την ΑΝΤΑΡ­ΣΥΑ. Μπο­ρεί να πε­ρι­λά­βει και δυ­νά­μεις που προ­κύ­πτουν από την κρίση των φο­ρέ­ων και των κομ­μά­των της σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τί­ας και της κε­ντρο­α­ρι­στε­ράς. Εδώ δεν μπο­ρούν να πε­ρι­λη­φθούν δυ­νά­μεις και στε­λέ­χη που υπη­ρέ­τη­σαν ενερ­γά τις μνη­μο­νια­κές πο­λι­τι­κές από κυ­βερ­νη­τι­κούς ή άλ­λους κρα­τι­κούς, αλλά και απλούς  κομ­μα­τι­κούς θώ­κους και θέ­σεις. Πε­ρι­λαμ­βά­νο­νται, όμως, συν­δι­κα­λι­στές , κοι­νω­νι­κά και κι­νη­μα­τι­κά ενερ­γοί πο­λί­τες που, αν και ανή­καν σε μνη­μο­νια­κά κόμ­μα­τα, με την έμπρα­κτη δράση τους αμ­φι­σβή­τη­σαν και απο­δυ­νά­μω­σαν τις μνη­μο­νια­κές πο­λι­τι­κές.

8. Ακόμη και στην πε­ρί­πτω­ση όπου οι πο­λι­τι­κές δυ­νά­μεις της Αρι­στε­ράς κα­τα­στεί αδύ­να­το να συ­μπο­ρευ­θούν και να κι­νη­θούν μαζί πο­λι­τι­κά, κοι­νω­νι­κά, αλλά και εκλο­γι­κά, η απεύ­θυν­ση σε αυτές πρέ­πει και μπο­ρεί να έχει και με­τε­κλο­γι­κό χα­ρα­κτή­ρα. Πρέ­πει, δη­λα­δή, στην πε­ρί­πτω­ση εκλο­γι­κής νίκης του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ –σχε­τι­κής ή και από­λυ­της– να υπάρ­ξει οπωσ­δή­πο­τε απεύ­θυν­ση βα­σι­κά σε αυτές τις δυ­νά­μεις για το σχη­μα­τι­σμό κυ­βέρ­νη­σης. Υπάρ­χει, βε­βαί­ως, πά­ντο­τε το εν­δε­χό­με­νο και μιας τε­λι­κής απόρ­ρι­ψης αυτής της πρό­τα­σης, μιας άρ­νη­σης. Ση­μα­σία έχει αυτές οι απευ­θύν­σεις να είναι δη­μό­σιες, μπρο­στά στο λαό και όχι σε κά­ποια δω­μά­τια και εντός στε­γα­νών, έτσι ώστε κάθε δύ­να­μη να είναι υπεύ­θυ­νη κοι­νω­νι­κά και πο­λι­τι­κά για τις επι­λο­γές της. Στην πε­ρί­πτω­ση μιας τέ­τοιας τε­λι­κής άρ­νη­σης, ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ θα πρέ­πει να είναι σε θέση να εκ­φρά­σει την ενό­τη­τα της Αρι­στε­ράς από τα κάτω και σε κι­νη­μα­τι­κή βάση ακόμη και αυ­το­δύ­να­μα, μέσα από τον ίδιο και τις δικές του πο­λι­τι­κές και κοι­νο­βου­λευ­τι­κές δυ­νά­μεις.