Ορόσημα μιας αριστερής λαϊκής ενότητας

Ορόσημα μιας αριστερής λαϊκής ενότητας

 Του Ανέστη Ταρπάγκου.

(Σχεδίασμα μιας πρώτης προσέγγισης).

Η αντιμνημονιακή ριζοσπαστική πολιτική γραμμή στη συγκυρία

Είναι περισσότερο από αναγκαία σήμερα η τροφοδότηση ανάπτυξης ενός γενικευμένου λαϊκού εργατικού κινήματος, στη βάση των ζωτικών κοινωνικών ζητημάτων της εργαζόμενης πλειοψηφίας (μειώσεων μισθών ή άρνησης καταβολής τους, αποδεκατισμού συντάξεων, φορολογικών υπερεπιβαρύνσεων, παραφθοράς της κοινωνικής ασφάλισης, μαζικής υπερμεγέθους ανεργίας των εργαζομένων και της πλειονότητας της νεολαίας κλπ). Μ’ άλλες λέξεις αυτού που έχει αποκληθεί «κοινωνικός ανένδοτος διαρκείας» [Π. Παπακωνσταντίνου «Να ξεκινήσουμε κοινωνικό ανένδοτο διαρκείας»], με στόχο την ανατροπή της τριετούς μνημονιακής πολιτικής και των αστικών φορέων άσκησής της, με επόμενο βήμα την διεξαγωγή ελεύθερων δημοκρατικών εκλογών και με βάσιμη πρόβλεψη την κατάκτηση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας από τις αγωνιστικές αριστερές αντιμνημονιακές δυνάμεις. Η μορφή που μπορεί να προσλάβει αυτή η πολιτική παρέμβαση είναι η ανάδειξη ενωτικών μετωπικών αντιμνημονιακών ριζοσπαστικών επιτροπών στους κλάδους εργασίας και στους γεωγραφικούς χώρους κατοικίας, νεολαίας κλπ. με την συμμετοχή αγωνιστών από όλο το φάσμα των αριστερών και προοδευτικών δυνάμεων, και κυρίως του ευρύτερου εργαζόμενου λαού, των ανέργων, των αυτοαπασχολουμένων, των νέων, των συνταξιούχων. Κατεύθυνση αυτής της παρέμβασης είναι η δρομολόγηση κινητοποιήσεων σ’ όλους τους κοινωνικούς χώρους (πορειών, καταλήψεων, διαδηλώσεων, απεργιών) στην προοπτική ανάδειξης ενός πανελλαδικού αντιμνημονιακού ριζοσπαστικού κοινωνικού κινήματος με επιδίωξη την ανατροπή της κυρίαρχης πολιτικής, από την δραστική ενεργοποίηση του λαϊκού παράγοντα.

Βέβαια στην προηγούμενη τριετία της μνημονιακής εποχής (2010 – 12), πραγματοποιήθηκε ένα σύνολο πολυπληθών πανελλαδικών απεργιών, άλλων με την συμμετοχή μόνον των δυνάμεων του αγωνιστικού συνδικαλιστικού κινήματος, και ορισμένων (π.χ. Μαίου 2010, Οκτωβρίου 2011) με ευρύτατη εργατική συμμετοχή, οι οποίες όμως εξ αιτίας της συναινετικής στάσης του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού δεν είχαν την απαιτούμενη αποτελεσματικότητα, μέσα από την κλιμάκωσή τους και την νικηφόρα προοπτική τους. Αντίστοιχα αναδείχθηκαν στο προσκήνιο πολύμορφες λαϊκές κινητοποιήσεις : κίνημα της πλατείας Συντάγματος και των πλατειών περιφερειακών πόλεων, εξεγέρσεις στις παρελάσεις, κινήματα στις γειτονιές απέναντι στη δυσβάστακτη φορολογία, οικολογικά κινήματα όπως της Κερατέας, της Ευκαρπίας, της Χαλκιδικής κ.ά. Εντούτοις συνολικά αυτό το κοινωνικό αντιμνημονιακό κίνημα δεν κατόρθωσε να αναχαιτίσει την κυβερνητική πολιτική του γενικευμένου κοινωνικού ολέθρου, και από ό,τι φαίνεται αδυνατεί ως τέτοιο, ως μονοδιάστατο κοινωνικό κίνημα να επιφέρει αποτελέσματα.

Έτσι, μοναδικά υποκείμενα που απομένουν προκειμένου να οργανώσουν πολιτικά την συγκρότηση και κινητοποίηση των πληττομένων λαϊκών τάξεων, δεν είναι παρά οι υποκειμενικοί φορείς του ελληνικού αριστερού κινήματος, που είναι οι μόνοι που έχουν «καθαρά χέρια» έναντι των χρεοκοπημένων και αναξιόπιστων πλειοψηφιών των τριτοβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων. Ωστόσο και σ’ αυτό το επίπεδο παρατηρείται αφενός η απουσία ενωτικής αριστερής συμπαράταξης και αφετέρου η έλλειψη της αναγκαιότητας πολιτικού προσανατολισμού για την οργάνωση και κινητοποίηση του λαϊκού κινήματος. Το ΚΚΕ παρόλη την απομείωση των δυνάμεών του συνεχίζει να εγκλωβίζει την όποια «αντίσταση και αντεπίθεσή» του στο περιχαρακωμένο πλαίσιο των δικών του κομματικών κοινωνικών μετώπων (ΠΑΜΕ, ΜΑΣ κλπ.), αδυνατώντας να συμβάλει στην καθολική αριστερή λαϊκή ενότητα. Και από την άλλη πλευρά δυνάμεις της Ριζοσπαστικής Αριστεράς, παρόλη την φαινομένη εκλογική τους πρωτοκαθεδρία (και ίσως εξ αιτίας αυτής ακριβώς), εντούτοις διέπονται μονοδιάστατα από έναν ορισμένο «εκλογικισμό – κυβερνητισμό», χωρίς βέβαια να απέχουν από την στήριξή τους σε όποιον κοινωνικό αγώνα έρχεται στο προσκήνιο, παραπέμποντας την επίλυση των εκρηκτικών λαϊκών ζητημάτων στην εκλογική κοινοβουλευτική διαδικασία, πράγμα που δεν οδηγεί αναγκαστικά στην κατάκτηση της αριστερής πολιτικής διακυβέρνησης [Α. Ταρπάγκος «Ο διπλός ρόλος της Αριστεράς στη σημερινή συγκυρία»].

Έτσι, εναποτίθεται στις αριστερές ριζοσπαστικές πολιτικές δυνάμεις καθώς και σε δυνάμεις του αγωνιστικού συνδικαλιστικού κινήματος (Συντονισμός Πρωτοβάθμιων Σωματείων, λαϊκές συνδικαλιστικές δυνάμεις της ιστορικής επιρροής της σοσιαλδημοκρατίας που έχουν μετατοπισθεί προς τα αριστερά κ.ά.) να ξεκινήσουν την πολιτική οργάνωση αυτού του «κοινωνικού ανένδοτου διαρκείας», προκειμένου να επιφέρουν την απόκρουση της πολιτικής των μνημονίων και της κυβέρνησής τους, να διαμορφώσουν τους όρους της κοινωνικής σωτηρίας των λαϊκών τάξεων και να ανοίξουν τον δρόμο για την ριζοσπαστικά και στρατηγικά σοσιαλιστική αναδιοργάνωση της ελληνικής κοινωνίας, οικονομίας, εκπαίδευσης, υγείας, πολιτισμού κλπ. Η ενωτική πολιτική οργάνωση και αγωνιστική κινητοποίηση όλων των στρωμάτων των «από κάτω» δεν μπορεί να ανάγεται στο μέλλον (υπερπέραν της «λαϊκής εξουσίας και οικονομίας», εκλογικές κοινοβουλευτικές διαδικασίες και διαφυγή στις ευρωπαϊκές διαδικασίες), αλλά αντιπροσωπεύει άμεση αναγκαιότητα του ιστορικού παρόντος.

Καθαρή και αδιαπραγμάτευτη ακύρωση της μνημονιακής πολιτικής

Η κινητοποίηση του λαϊκού παράγοντα του «κοινωνικού ανένδοτου διαρκείας» δεν θα έχει προφανώς ως άμεσο αποτέλεσμα την ανατροπή των τριών μνημονίων αλλά την ανατροπή της τρικομματικής μνημονιακής διακυβέρνησης, με την εγγραφή όμως της υποθήκης κατάργησης των μνημονίων, των εφαρμοστικών νόμων, των δανειακών συμβάσεων και των μεσοπρόθεσμων προγραμμάτων από οποιαδήποτε διακυβέρνηση αναδειχθεί στη συνέχεια. Προφανώς μία λύση δημοκρατικού χαρακτήρα είναι η άμεση διενέργεια βουλευτικών εκλογών σε συνθήκες ελεύθερης διακίνησης και προβολής των πολιτικών απόψεων, πράγμα που θα οδηγήσει δυνητικά στον σχηματισμό μιας αυτοδύναμης αριστερής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, που ως πρώτη της κυβερνητική πράξη θα έχει αυτή την κατάργηση των μνημονίων και των συνοδευτικών τους νόμων και συμφώνων.

Βέβαια ένα τέτοιο ανατρεπτικό λαϊκό αντιμνημονιακό κίνημα μπορεί μέσα από το ενδεχόμενο μέγεθος και την δυναμική του να σηματοδοτήσει ακόμη και μια «επαναστατική τομή» με την ανάδειξη και εμπέδωση μορφών λαϊκής εξουσίας. Προφανώς ακόμη και σ’ αυτή την περίπτωση, η διεξαγωγή ελεύθερων δημοκρατικών εκλογών αντιπροσωπεύει οργανική και αναντικατάστατη διάσταση μιας ενδεχόμενης συνολικότερης επαναστατικής κοινωνικής διαδικασίας. Από την άλλη πλευρά προφανώς, με την αποσταθεροποίηση της αστικής μνημονιακής κυριαρχίας, την χρεοκοπία των πολιτικών σχηματισμών της μνημονιακής πολιτικής και την πλήρη τους απονομιμοποίηση, σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες αποσταθεροποίησης (λ.χ. αναβρασμός στις ένοπλες δυνάμεις και στα σώματα ασφαλείας από την κατάργηση των «ειδικών μισθολογίων»), είναι δυνατό να προκύψει το ενδεχόμενο μιας άμεσης πραξικοπηματικής δικτατορικής επιβολής. Αυτός ακριβώς ο δυνητικός κίνδυνος θέτει στο λαϊκό ανατρεπτικό κίνημα πολύ πιο επείγοντα καθήκοντα και προτεραιότητες για την υλική αντιμετώπιση του κινδύνου της δικτατορικής επιβολής.

Προφανώς μια τέτοια πολιτική γραμμή δεν μπορεί να τέμνεται με αντιλήψεις «επαναδιαπραγμάτευσης» των δανειακών συμβάσεων και των μνημονίων, ή επεξεργασίας ηπιότερων «αναγκαστικών» μνημονιακών ρυθμίσεων (τύπου Κύπρου), ή παγώματος των παραπέρα συνεπειών της μνημονιακής πολιτικής και θέσης στο απυρόβλητο της μέχρι το σημείο εκείνο εφαρμογής των μνημονίων [Θ. Ζαχαράτος «Το κυπριακό μνημόνιο ως υπόδειγμα»]. Αυτή η κατάργηση δεν μπορεί παρά να είναι καθαρή και αδιαπραγμάτευτη και να αποκαθιστά τουλάχιστον την προηγούμενη κατάσταση πραγμάτων (επιπέδου μισθών και συλλογικών εργατικών ελευθεριών, συντάξεων, ασφαλιστικών δικαιωμάτων, κατάργησης των ειδικών και εκτάκτων χαρατσιών κλπ.).

Η προτεραιότητα των λαϊκών συμφερόντων έναντι της ευρωζώνης

Η κατάργηση των μνημονίων και των συνακόλουθων ρυθμίσεων θέτει ευθέως και άμεσα το ζήτημα της αντιμετώπισης του δημόσιου χρέους και των δόσεων και πληρωμής τοκοχρεολυσίων για την αποπληρωμή και εξυπηρέτησή του. Χωρίς την ριζοσπαστική αντιμετώπιση αυτών των κεντρικών ζητημάτων η ακύρωση των μνημονιακών ρυθμίσεων παραμένει στον αέρα και χωρίς καμία αποτελεσματικότητα. Η διαγραφή του «επαχθούς χρέους» (με τον σεβασμό των υποχρεώσεων κυρίως προς τα ασφαλιστικά ταμεία), είναι ο όρος εκ των ων ουκ άνευ για την απαλλαγή του εργαζόμενου λαού από τον θανατηφόρο αυτό βρόγχο. Μ’ αυτή την έννοια οποιαδήποτε λογική παραπομπής της επίλυσης του ζητήματος του χρέους στο ευρωπαϊκό επίπεδο και σε σχετική διάσκεψη των ευρωπαϊκών χωρών, μια και το χρέος είναι πανευρωπαϊκό και όχι μόνον εθνικό ζήτημα, ουσιαστικά παραπέμπει την αντιμετώπιση του δημόσιου χρέους στο απροσδιόριστο μέλλον. Κι’ αυτό γιατί η «διάσκεψη των ευρωπαϊκών χωρών» δεν είναι άλλη από την Σύνοδο Κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που είναι αυτή ακριβώς που επιβάλλει τα μνημόνια και την συνεχή αύξηση του δημόσιου χρέους των χωρών του ευρωπαϊκού νότου.

Ούτε βέβαια μπορεί να γίνεται λόγος για «μορατόριουμ» στην πληρωμή των δόσεων προς τους δανειστές τραπεζικούς τοκογλύφους, με την σχετική «ρήτρα ανάπτυξης», γιατί μια τέτοια λύση δεν διασφαλίζει αυτομάτως την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας (π.χ. επενδυτική αποχή του κεφαλαίου που βρίσκεται σε βαθειά κρίση υπερσυσσώρευσης και «λίμνασμα» των κεφαλαίων στις τραπεζικές καταθέσεις των ελληνικών και ελβετικών πιστωτικών ιδρυμάτων). Άλλωστε κι’ αν ακόμη επιτευχθεί η ανάκαμψη της ελληνικής οικονομικής δραστηριότητας, πράγμα αμφίβολο εξ αιτίας της κυριαρχίας των καπιταλιστικών κέντρων και μηχανισμών στην κοινωνική παραγωγή, για ποιο λόγο να συνεχίσουν να πληρώνονται τα υπέρογκα τοκοχρεολύσια των δανείων που η ίδια η ελληνική αστική τάξη και το υπηρετικό πολιτικό της προσωπικό έχει συνάψει, προκειμένου ακριβώς να ενισχύσει την ελληνική καπιταλιστική επιχειρηματικότητα, και έτσι να αποστερούνται σημαντικότατοι πόροι από την κατεπείγουσα αναγκαία κοινωνική λαϊκή πολιτική ;

Οι αποφάσεις για το ακραία νεοφιλελεύθερο ευρωπαϊκό οικοδόμημα

Είναι δεδομένο και γενικά αποδεκτό από το σύνολο των δυνάμεων του ελληνικού αριστερού κινήματος ότι :

Απαιτείται η παύση πληρωμών των τοκοχρεολυσίων του δημόσιου χρέους και η διαγραφή του «επαχθούς» μεγαλύτερου μέρους του.

Χρειάζεται η άρνηση εφαρμογής των ευρωπαϊκών συνθηκών που η ελληνική Αριστερά έχει καταψηφίσει στην ελληνική βουλή και έχει εκφράσει την αντίθεσή της (σύμφωνο σταθερότητας, σύμφωνο για το ευρώ, ευρωσύνταγμα κλπ.).

Πρωταρχική σημασία έχει η κατάργηση όλων των μνημονίων και των συνοδευτικών τους νόμων, συμβάσεων και προγραμμάτων.

Το τραπεζικό σύστημα πρόκειται να εθνικοποιηθεί – κοινωνικοποιηθεί προκειμένου να ασκηθεί μια δημόσια παραγωγική επενδυτική πολιτική καθώς και τραπεζική πίστη προς τα λαϊκά νοικοκυριά.

Το σύνολο αυτών των παρεμβάσεων μιας κυβέρνησης της Αριστεράς στην ελληνική κοινωνία που βασίζεται στη δημοκρατική κοινοβουλευτική πλειοψηφία και σε ένα ισχυρό λαϊκό κίνημα, διαμορφώνουν τους όρους σύγκρουσης με τις νομισματικές ρυθμίσεις της ευρωζώνης και τις ακραία νεοφιλελεύθερες πολιτικές των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Συνόδων Κορυφής, Γιούρογκρουπ, Ευρωπαϊκής Επιτροπής κλπ.). Στο μέτρο άρα που μια πολιτική διακυβέρνηση της Αριστεράς θέσει ως προτεραιότητα την προστασία των κοινωνικών και οικονομικών συμφερόντων των λαϊκών εργαζομένων τάξεων, αυτόματα έρχεται σε αντιπαράθεση μ’ ολόκληρο αυτό το ευρωπαϊκό υπερεθνικό καπιταλιστικό οικοδόμημα, που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ταυτίζεται με το μέλλον των εργατικών τάξεων του ευρωπαϊκού νότου, ούτε με την οικοδόμηση μιας Ευρώπης των λαών, της ειρήνης, της δημοκρατίας, της κοινωνικής δικαιοσύνης, της σοσιαλιστικής προοπτικής.

Επόμενο είναι άρα και με βάση το σίγουρο δεδομένο της σύγκρουσης αυτής που θα επιφέρει την διακοπή της δανειακής και όποιας άλλης χρηματοδότησης της ελληνικής οικονομίας, να υπάρξει η προσφυγή στη λαϊκή δημοψηφισματική ετυμηγορία. Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 και την συμφωνία σύνδεσης με την ΕΟΚ, την ολοκλήρωση της ένταξης στις αρχές της δεκαετίας του 1980, την Συμφωνία του Μάαστριχτ και την ένταξη στην ΟΝΕ και στην ευρωζώνη στο μεταίχμιο του 2000, τις ευρωπαϊκές συνθήκες που ακολούθησαν μέχρι σήμερα, όλες αυτές οι αποφάσεις των αστικών οικονομικών και πολιτικών κέντρων, επιβλήθηκαν χωρίς την έκφραση της λαϊκής ετυμηγορίας, και συνήθως κάτω από εκβιαστικά διλήμματα.

Μ’ αυτά τα δεδομένα (αντιπαράθεση με τους ευρωπαϊκούς νεοφιλελεύθερους θεσμούς και μηχανισμούς και απουσία αποφάσεων των ελλήνων εργαζομένων μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες), επιβάλλεται η αναγκαιότητα προσφυγής σε λαϊκά δημοψηφίσματα, οργανωμένα από την διακυβέρνηση των αριστερών και προοδευτικών δυνάμεων, όπου μετά από ευρείες και ελεύθερες διαφωτιστικές εκστρατείες και αντιπαραθέσεις, να πάρει την ευθύνη των αποφάσεων ο εργαζόμενος λαός με αντίστοιχα δημοψηφίσματα για το ευρώ, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις ευρωπαϊκές συνθήκες.

Δημόσια κοινωφελής παραγωγή με δραστικό εργατικό έλεγχο

Για ολόκληρο το ελληνικό αριστερό κίνημα η διατήρηση του δημόσιου χαρακτήρα των κοινωφελών επιχειρήσεων και οργανισμών (επικοινωνιών, μεταφορών, ενέργειας, ύδρευσης – αποχέτευσης, τραπεζικής πίστης κλπ.), και η θέση τους μάλιστα υπό τον εργατικό και λαϊκό έλεγχο, αποτέλεσε κοινό και αυτονόητο τόπο. Έτσι, σ’ όλες τις περιπτώσεις αποκρατικοποίησης αυτών των δημόσιων επιχειρήσεων, εδώ και μια σχεδόν εικοσαετία, είτε στο σύνολό τους είτε μερικώς, αναπτύσσονταν μια ορισμένη συνδικαλιστική και πολιτική αντιπαλότητα σ’ αυτές τις ιδιωτικοποιήσεις. Σ’ αυτά τα πλαίσια και η Ριζοσπαστική Αριστερά στην τελευταία τετραετία (από τα «Δεκαπέντε Σημεία Στόχους Πάλης» μέχρι αποφάσεις της ΠΣΕ) υποστήριζε την αποτροπή κάθε περαιτέρω αποκρατικοποίησης, την επαναφορά στη δημόσια ιδιοκτησία, έλεγχο και λειτουργία όλων των κοινωφελών επιχειρήσεων που έχουν ιδιωτικοποιηθεί (από τον ΟΤΕ μέχρι την Αγροτική Τράπεζα ο κατάλογος είναι μεγάλος), τον παραγωγικό προσανατολισμό τους με βάση την ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών, την καθιέρωση μορφών εργατικού ελέγχου, την καταπολέμηση της κρατικής γραφειοκρατικής δομής τους.

Εντούτοις μετά τις τελευταίες βουλευτικές εκλογές και σ’ όλο το τελευταίο εξάμηνο μέχρι σήμερα, καταγράφεται από μια ορισμένη πλευρά μια συστηματική μετατόπιση προς τοποθετήσεις που τείνουν να προσεγγίσουν τον κλασσικό οικονομικό εκσυγχρονισμό. Έτσι υποστηρίζεται ότι μόνον τα «φυσικά μονοπώλια» πρέπει να μην ιδιωτικοποιηθούν και να παραμείνουν στον έλεγχο του δημοσίου (νερό, δάση, θάλασσα). Ωστόσο η επαναφορά των ήδη αποκρατικοποιημένων δημόσιων επιχειρήσεων, χωρίς αποζημίωση των ιδιωτών καπιταλιστών που τις έχουν εξαγοράσει σε εξαιρετικά χαμηλές τιμές και έχουν κάνει μέχρι σήμερα πλήρη απόσβεση των κεφαλαίων που είχαν χρησιμοποιήσει για τις εξαγορές, παραπέμπεται στις καλένδες. Κι’ ακόμη περισσότερο για τις κοινωφελείς επιχειρήσεις όπου συνεχίζεται ακόμη να καταγράφεται μια ορισμένη παρουσία του ελληνικού δημοσίου, προκρίνεται η εφαρμογή της σύμπραξης δημόσιου τομέα και ιδιωτικών επιχειρηματικών κεφαλαίων, δηλαδή μια μορφή επαναφοράς των αλήστου μνήμης ΣΔΙΤ. Άλλωστε ακόμη και σ’ αυτή την περίπτωση πώς είναι δυνατόν τα ελληνικά ή ξένα κεφάλαια που θα συμπράξουν με τις ημι-αποκρατικοποιημένες δημόσιες επιχειρήσεις να λειτουργήσουν χωρίς επαρκή κερδοφορία, και άρα να οδηγούνται συστηματικά στην επιζήτηση της αύξησης των τιμολογίων κατανάλωσης ;

Έτσι, η αριστερή λαϊκή ενότητα επιτάσσει, προκειμένου να διατηρηθούν τα «δημόσια αγαθά» για τα οποία ενδιαφέρεται ο κόσμος της Ριζοσπαστικής Αριστεράς, την επάνοδο όλων των ιδιωτικοποιημένων κοινωφελών οργανισμών στον δημόσιο έλεγχο και ιδιοκτησία χωρίς αποζημίωση των ιδιωτών επιχειρηματιών, την λειτουργία τους με βάση τα κριτήρια της ικανοποίησης ζωτικών κοινωνικών αναγκών, την καταπολέμηση των κατεστημένων κρατικών γραφειοκρατικών δομών, την απαρχή εφαρμογής μορφών κοινωνικοποίησης της παραγωγής, οργάνωσης και διαχείρισης αυτών των κοινωφελών επιχειρήσεων.

Η συμμαχία με τις μικροαστικές τάξεις και μικρομεσαίες επιχειρήσεις

Η υπερμεγέθης κρίση καπιταλιστικής υπερσυσσώρευσης και τα αλλεπάλληλα μέτρα της μνημονιακής πολιτικής των τριών τελευταίων χρόνων έχουν προκαλέσει και θα συνεχίζουν να προκαλούν ολέθριες συνέπειες για τις λαϊκές εργαζόμενες τάξεις : Μείωση των μισθών και συντάξεων, αποδεκατισμός των ασφαλιστικών δικαιωμάτων, τεράστια διόγκωση της ανεργίας, αφόρητες φορολογικές επιβαρύνσεις κλπ. Ο κοινωνικός αυτός όλεθρος έχει πλήξει πρωτίστως την εργατική τάξη και ιδιαίτερα τους ανέργους και τα ευρύτερα στρώματα της μισθωτής εργασίας του δημόσιου τομέα. Ωστόσο οι καταστρεπτικές συνέπειες της καπιταλιστικής κρίσης και των διαδοχικών μνημονίων έχουν επιφέρει ισχυρά πλήγματα και στα κατώτερα στρώματα των αυτοαπασχολουμένων μικροαστικών τάξεων, αλλά και σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Η καπιταλιστική κρίση και η μνημονιακή πολιτική επιφέρουν ραγδαία αναδιάταξη των κοινωνικών συμμαχιών τόσο στο εσωτερικό του λαϊκού κοινωνικού συνασπισμού όσο και στο μπλοκ της αστικής ταξικής κυριαρχίας, διαρρηγνύουν τις προηγούμενες ιστορικές συμμαχίες και διαμορφώνουν όρους για καινούριες [Α. Ταρπάγκος «Η διάρρηξη των αστικών κοινωνικών συμμαχιών»]. Έτσι σημαντικά στρώματα της νέας μισθωτής μικροαστικής τάξης (εκπαιδευτικοί, γιατροί, τεχνικοί κλπ.) του ευρύτερου δημόσιου τομέα πολώνονται σήμερα ταξικά προς την εργατική τάξη, λόγω των πληγμάτων που και αυτά έχουν δεχθεί. Και αντίστοιχα κατώτερα στρώματα των μικροαστικών τάξεων όσο ακόμη και υποδεέστερα τμήματα της αστικής τάξης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, αποδεσμεύονται από την προηγούμενη συμπαράταξή τους με τις κυρίαρχες αστικές δυνάμεις και βρίσκονται σε αναζήτηση νέων κοινωνικών συμμαχιών.

Είναι προφανές ότι για την πολιτική της αριστερής λαϊκής ενότητας πρωταρχική σημασία έχει η διαμόρφωση της διαλεκτικής ενότητας ανάμεσα στα διαφοροποιημένα τμήματα της μισθωτής εργασίας. Μιας συμπαράταξης που ουδόλως είναι δεδομένη και είναι προς κατάκτηση με την γόνιμη υπέρβαση των υπαρκτών αντιθέσεων : Εργαζόμενοι στον ιδιωτικό και στον δημόσιο τομέα – Ενεργός μισθωτή εργασία και μαζικός κόσμος της ανεργίας – Απασχολούμενοι στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα έναντι των νέων ανέργων και των συνταξιούχων. Αυτή η συμμαχία της μισθωτής εργασίας δεν μπορεί να γίνει με «μηχανικό» τρόπο του τύπου «όλοι είναι αντικείμενο καπιταλιστικής εκμετάλλευσης», αλλά απαιτεί βαθειά επιστημονική κοινωνιολογική και οικονομολογική προσέγγιση, ανάδειξη κοινών στόχων και συμφερόντων μέσα από την διαφορετικότητα των επιμέρους κοινωνικών καταστάσεων κλπ.

Παράλληλα τίθεται πλέον με επιτακτικό τρόπο η αναγκαιότητα της συμμαχίας του κόσμου της μισθωτής εργασίας (ενεργοί εργαζόμενοι, άνεργοι, συνταξιούχοι, νέοι άνεργοι) με τα κοινωνικά εκείνα στρώματα που έχουν οδηγηθεί στην καταστροφή, δηλαδή τα αυτοαπασχολούμενα μικροαστικά στρώματα και τις παραφθειρόμενες μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Κι’ αυτό κάτω από το φως των εμπειριών της δεκαετίας του 1970 στην Χιλή και στην Ιταλία, όπου η απουσία τέτοιων συμμαχιών από την Λαϊκή Ενότητα ώθησε τις μικροαστικές τάξεις στην αντιπολιτευτική πρακτική που συνέβαλε στην επιβολή της αιματηρής δικτατορίας, ενώ από την άλλη πλευρά το κοινωνικό υπόβαθρο του «ιστορικού συμβιβασμού» του Ιταλικού ΚΚ (υπόκλιση στα οικονομικά συμφέροντα αυτών των κοινωνικών στρωμάτων) συνέτεινε στην μετέπειτα ιστορική διάλυση του ιταλικού κομμουνιστικού κινήματος.

Εάν κανείς θέλει να αποφύγει και τις δύο αυτές ανεπαρκείς ιστορικές εμπειρίες, αν επιδιώκει να προωθήσει αταλάντευτα τα ταξικά συμφέροντα της εργασίας έναντι οποιασδήποτε μορφής καθυπόταξής της στις επιδιώξεις της αστικής τάξης, αν πέραν των άλλων στόχος είναι η προσέλκυση αυτών των μερίδων των μεσαίων κοινωνικών τάξεων προς την πλευρά της λαϊκής συμμαχίας των «από κάτω» έναντι των ροπών της στροφής τους προς τις δυνάμεις (νεοφιλελεύθερες και νεοναζιστικές) της αντιμνημονιακής δεξιάς, τότε το ζήτημα που τίθεται είναι αυτό των όρων μιας τέτοιας ευρείας κοινωνικής συμμαχίας, με χαρακτηριστικά αντιμνημονιακά και ταυτόχρονα ριζοσπαστικά. Μ’ άλλες λέξεις το κρίσιμο ζήτημα είναι η αποτύπωση της εργατικής ριζοσπαστικής ή της μικροαστικής (και τελικά αστικής) ηγεμονίας σε μια τέτοια κοινωνική συμπαράταξη.

Αυτό για τις δυνάμεις της Ριζοσπαστικής Αριστεράς δεν μπορεί να διασφαλιστεί παρά με την προώθηση των μορφών συνεταιριστικής, συλλογικής, δημοκρατικής, παραγωγικής οργάνωσης, με την ταυτόχρονη συμμετοχή των ίδιων των εργαζομένων, του δημοσίου και των εθνικοποιημένων τραπεζών και των τοπικών φορέων. Οποιαδήποτε άλλη μορφή στήριξης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων (και δευτερευόντως των μικροαστικών στρωμάτων), όπως η χρηματοοικονομική, τραπεζική και οικονομική τους στήριξη, στην κατεύθυνση να «ορθοποδήσουν» ως μικρές καπιταλιστικές επιχειρήσεις (εφόσον απασχολούν άνω των πέντε εργαζομένων και πραγματοποιούν συσσώρευση κεφαλαίου και απαλλαγή του εργοδότη από την παροχή άμεσης παραγωγικής εργασίας), σε τελική ανάλυση δεν μπορεί παρά να καταλήξει στην εκ νέου άνοδο του «μικροαστικού ατομικισμού» και του «επιχειρηματικού αστικού μικρομεγαλισμού».

Ο σοσιαλισμός εκρηκτική αναγκαιότητα του ιστορικού παρόντος

Η άνευ προηγουμένου κρίση υπερυσσώρευσης του κεφαλαίου από το δεύτερο εξάμηνο του 2008 και μέχρι σήμερα, με τάσεις να συνεχιστεί και το επόμενο διάστημα, καθώς και η κυβερνητική πολιτική των μνημονίων που αποσκοπεί στην υπέρβασή της με την συντριβή της μισθωτής εργασίας σ’ όλα τα επίπεδα (οικονομικό, ασφαλιστικό, θεσμικό κλπ.), έχουν επιφέρει μια γενικευμένη κοινωνική καταστροφή με κύρια συνέπεια την τεράστια διόγκωση της ανεργίας καθώς και εκκαθάριση πάγιου κεφαλαιουχικού εξοπλισμού, με συνεχή ύφεση και μείωση του ΑΕΠ, αλλά και την ζημιογόνα επιχειρηματική δραστηριότητα και εκκαθάριση πολλών παραγωγικών μονάδων είτε λόγω έλλειψης παραγωγικού αντικειμένου, είτε εξ αιτίας της ασθενούς τους θέσης στην καπιταλιστική πυραμίδα, είτε λόγω της χαμηλής τους ανταγωνιστικότητας στις απελευθερωμένες αγορές.

Αυτός ο οικονομικός όλεθρος που προκύπτει από την καπιταλιστική κρίση και την οικονομική καταστροφή αναδεικνύει στο προσκήνιο τρεις εναλλακτικές προτάσεις αντιμετώπισής του από την πλευρά των δυνάμεων του ελληνικού αριστερού κινήματος: Στην μία περίπτωση επιζητείται η άμεση «κοινωνικοποίηση όλων των μονοπωλίων», η κρατικοποίηση ολόκληρης της κοινωνικής παραγωγής, μέσα από την εγκαθίδρυση μιας λαϊκής – κομματικής εξουσίας, πράγμα που αντιπροσωπεύει μια επίκληση τοποθετημένη στο ιστορικό υπερπέραν, εφόσον δεν συνδέεται με την άμεση δραματική συγκυρία, τους ταξικούς συσχετισμούς και το επίπεδο συνείδησης των λαϊκών τάξεων. – Στην αντίποδα ακριβώς αυτής της πολιτικής βρίσκεται η εναλλακτική λύση της «παραγωγικής ανασυγκρότησης», που την αντιμετωπίζει ως την πολιτική συνέχεια της κατάργησης των μνημονίων, χωρίς ωστόσο να μπαίνει στον κόπο να εξηγήσει αυτό τον νεολογισμό («παραγωγική ανασυγκρότηση»), πράγμα που στην καλύτερη των περιπτώσεων οδηγεί ευθέως σ’ έναν μικροαστικό οικονομικό εξορθολογισμό και εκσυγχρονισμό, μακράν οποιωνδήποτε τομών και ρήξεων στο επίπεδο των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων. – Τέλος η πολιτική γραμμή του «μεταβατικού ριζοσπαστικού προγράμματος» που στο έδαφος του αντιμνημονιακού λαϊκού κινήματος επιδιώκει την ανατροπή των μνημονιακών ρυθμίσεων και εγκαινιάζει μια πολιτική ριζοσπαστικής οικονομικής αναδιοργάνωσης με σαφή σοσιαλιστική κατεύθυνση.

Βέβαια η «παραγωγική ανασυγκρότηση» για την οποία γίνεται λόγος ως απάντηση στον κοινωνικό όλεθρο της μνημονιακής πολιτικής και της καπιταλιστικής κρίσης, παρόλο που δεν προσδιορίζεται από την άποψη του περιεχομένου της, εντούτοις προκύπτει από αναφορές και τοποθετήσεις ορισμένων αριστερών δυνάμεων, καθώς γίνεται λόγος για ανάπτυξη της «υγιούς ιδιωτικής επενδυτικής δραστηριότητας», για την εφαρμογή των συμπράξεων του δημοσίου με τις ιδιωτικές επιχειρήσεις, για τον «εθνικό ρόλο» του μεγάλου επιχειρηματικού κεφαλαίου. Η επαρκέστερη αποτύπωση αυτού του σχεδίου «παραγωγικής ανασυγκρότησης» περιλαμβάνει ως κυρίαρχο στοιχείο στις σχετικές αναφορές για την βιομηχανία, την ενέργεια, τις κατασκευές κλπ. την προαγωγή ενός «μικροαστικού οικονομικού εξορθολογισμού», έξω και πέρα από οποιαδήποτε προοδευτική ή ριζοσπαστική παρέμβαση στις ίδιες τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής.

Και για να μην υπάρχει η οποιαδήποτε πολιτική παρεξήγηση: Παρόλο που ο ελληνικός καπιταλισμός είναι ανεπτυγμένος και με προσδιορισμένη την θέση του στο διεθνή καταμερισμό εργασίας, παρόλο που δεν έχει «στρεβλά και ανορθολογικά» χαρακτηριστικά, παρόλο που η σημερινή του κρίση δεν είναι το αποτέλεσμα κανενός «ιδιότυπου μοντέλου» που χρήζει διαρθρωτικών παρεμβάσεων, παρόλα αυτά, κι’ αν ακόμη υιοθετήσει κανείς την λογική της «παραγωγικής ανασυγκρότησης» ως μορφής αναδιάρθρωσης πλευρών των δομών της ελληνικής οικονομίας, εντούτοις (επειδή αυτές οι διαδικασίες δεν είναι «τεχνοκρατικά ουδέτερες» αλλά πάντοτε τοποθετούνται στο συγκεκριμένο πλαίσιο των κυρίαρχων σχέσεων παραγωγής και εκμετάλλευσης), αυτές δεν μπορούν παρά να τοποθετηθούν μέσα σ’ ένα ευρύτερο πλαίσιο ριζοσπαστικής και σοσιαλιστικής οικονομικής αναδιοργάνωσης, που διαδραματίζει και τον κυρίαρχο, από κοινωνική άποψη, ρόλο [Α. Ταρπάγκος «Παραγωγική ανασυγκρότηση και σοσιαλιστική αναδιοργάνωση»].

Άλλωστε, μια τέτοια οικονομική πολιτική «παραγωγικής ανασυγκρότησης» ούτε την οικονομική κοινωνική ανάπτυξη μπορεί να εγγυηθεί, αλλά και ούτε να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τα μείζονα ζητήματα και τις καταστροφές που έχουν επέλθει στον εργαζόμενο λαό. Ακόμη κι’ αν οριακά γίνει αποδεκτή μια κεϋνσιανή πολιτική τόνωσης της ζήτησης, προγραμμάτων δημοσίων επενδύσεων κλπ., σε συνδυασμό με την προσδοκώμενη φορολόγηση του κεφαλαίου με δείκτη 45% και την αποκατάσταση των κοινωνικών εργατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, αυτά δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν ούτε το ζήτημα της ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, ούτε την τεράστια κοινωνική πληγή του 1,5 εκατομμυρίου ανέργων, ούτε τον εξανεμισμό των αποθεματικών των ασφαλιστικών ταμείων. Κι’ αυτό γιατί οι ίδιες οι ιδιωτικές επιχειρήσεις (κερδοφόρες και ζημιογόνες) μ’ αυτά τα δεδομένα (αποκατάσταση μισθών, ασφαλιστικών εισφορών, επιδοτήσεων ανεργίας, φορολογικών επιβαρύνσεων κ.ά.), και μέσα στην βαθειά κρίση υπερσυσσώρευσης που διέρχονται, σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται να λειτουργήσουν ως «ατμομηχανή ανάπτυξης» και θα συνεχίσουν αυτό που ήδη κάνουν από την αρχή της κρίσης: Να κρατούν τα εισοδήματα και κεφάλαιά τους να «λιμνάζουν» σε ελληνικές και ελβετικές τραπεζικές καταθέσεις.

Εκείνο ακριβώς που μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά αυτά τα μείζονα λαϊκά ζητήματα, τον κοινωνικό όλεθρο και ταυτόχρονα να εγγράψει στρατηγικές υποθήκες κοινωνικοποίησης και εργατικής διαχείρισης, είναι η εξυπαρχής υιοθέτηση μορφών σοσιαλιστικής οικονομικής ανάπτυξης με χαρακτηριστικά ανταπόκρισης στις κοινωνικές ανάγκες, σε αντιπαράθεση και πέρα από την λειτουργία των ανταγωνιστικών μορφών της ελεύθερης αγοράς. Ο σοσιαλισμός μ’ άλλες λέξεις, μακράν του να αντιπροσωπεύει μια «επαγγελία του μέλλοντος», που όσο βαδίζουμε προς αυτήν τόσο απομακρύνεται, που συνέχεια θέτουμε προοιμιακά ενδιάμεσα στάδια, αποτελεί σήμερα επιτακτική αναγκαιότητα του ιστορικού παρόντος [Α. Ταρπάγκος «Η ιστορική πρόκληση της Ριζοσπαστικής Αριστεράς»]. Δεν τοποθετείται πρώτα η «οικονομική ανόρθωση» με όρους λειτουργίας της καπιταλιστικής αγοράς και οικονομίας, και μετά «ανοίγει ο ορίζοντας» των σοσιαλιστικών αλλαγών (άλλωστε πάντοτε όταν υπήρχε εντατική κεφαλαιοκρατική ανάπτυξη αυτή έφερνε καβάλα στο κύμα την σοσιαλδημοκρατία και έθετε την Αριστερά στο περιθώριο), αλλά ακριβώς για να επιτευχθεί η κοινωνική οικονομική ανάπτυξη, με εξασφάλιση των εργατικών δικαιωμάτων και ικανοποίηση των ζωτικών κοινωνικών αναγκών, απαιτούνται αφετηριακές ρηξικέλευθες ριζοσπαστικές τομές σοσιαλιστικού περιεχομένου και προοπτικής. Η Αριστερά δεν είναι η μακροπρόθεσμη μετεξέλιξη της σοασιαλδημοκρατίας σε περίοδο καπιταλιστικής ανθοφορίας, πλήρους απασχόλησης και λειτουργίας κράτους πρόνοιας : Απεναντίας δεν μπορεί παρά να είναι η πολιτική και κοινωνική δύναμη που μέσα σ’ ένα πεδίο γενικευμένης κοινωνικής καταστροφής (αλλά και συνέχισης της καπιταλιστικής κερδοφορίας και συσσώρευσης των επιχειρηματικών τραπεζικών καταθέσεων), προάγει την κοινωνική οικονομική ανάκαμψη και ταυτόχρονα δεσμεύει την πορεία των πραγμάτων στο πεδίο πολύμορφων ρήξεων στις δομές των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων. «Κοινωνική σωτηρία» σημαίνει ριζοσπαστική απάντηση στην κρίση και τον όλεθρο, με σαφή σοσιαλιστικά χαρακτηριστικά.

Μικροαστική ή εργατική ηγεμονία στον λαϊκό ριζοσπαστισμό;

Στην τελευταία τριετία αναδείχθηκε ένα ευρύ λαϊκό κοινωνικό κίνημα απέναντι στις συνέπειες της καπιταλιστικής κρίσης και της πολιτικής των μνημονίων, με μεταπτώσεις και ανακολουθίες, ωστόσο όμως με αποφασιστικά πολιτικά χαρακτηριστικά. Στην περίοδο από τον Μάιο 2010 έως τον Νοέμβριο 2011 το αντιμνημονιακό (και εκ των πραγμάτων αντικαπιταλιστικό) αυτό κίνημα, έφτασε σε σημαντικές κορυφώσεις (πανεργατικές απεργίες Μαίου 2010 και Οκτωβρίου 2011, κίνημα των πλατειών του καλοκαιριού 2011, λαϊκές εξεγέρσεις στις παρελάσεις της 28ης Οκτωβρίου 2011, λαϊκές κινητοποιήσεις σε γειτονιές κ.ά.). Προφανώς και δεν έγινε δυνατή η άμεση αποτελεσματικότητά του, κυρίως εξ αιτίας της κυριαρχίας των δυνάμεων του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού στα θεσμικά όργανα του δευτεροβάθμιου και τριτοβάθμιου συνδικαλιστικού κινήματος. Με την «κοιλιά» που αναδείχθηκε στη συνέχεια (Νοέμβριος 2011 – Δεκέμβριος 2012), παρά βέβαια τις επιμέρους έντονες κλαδικές κινητοποιήσεις (ΟΤΑ, ΜΜΕ κλπ.), το λαϊκό αυτό αντιμνημονιακό κίνημα, με σαφή χαρακτηριστικά εργατικής συμμετοχής, στράφηκε εκλογικά προς τα αριστερά στις κοινοβουλευτικές αναμετρήσεις του Μαίου – Ιουνίου 2012.

Αυτό το γεγονός, η πολιτική δηλαδή μετατόπιση της εργατικής βάσης της ιστορικής σοσιαλδημοκρατίας του ΠΑΣΟΚ προς τα αριστερά, οδήγησε στην εκλογική απογείωση της Ριζοσπαστικής Αριστεράς, ενώ απεναντίας επέφερε τον υποδιπλασιασμό των άλλων δύο φορέων της ελληνικής Αριστεράς (ΚΚΕ και ΑΝΤΑΡΣΥΑ). Αυτό το γεγονός – τομή στις μεταπολιτευτικές εκπροσωπήσεις των λαϊκών τάξεων, είχε εκλογικά πρωτίστως και δευτερευόντως κοινωνικά και πολιτικά χαρακτηριστικά και έγινε δυνατό εξ αιτίας των σχετικών πλεονεκτημάτων που αναδείκνυε ο ΣΥΡΙΖΑ (αναγκαιότητα άμεσης κατάκτησης της πολιτικής διακυβέρνησης, ενωτική απεύθυνση στις άλλες αριστερές και προοδευτικές δυνάμεις, επικέντρωση στο μείζον ζήτημα της συγκυρίας, δηλαδή στην μνημονιακή πολιτική).

Μέχρι τις τελευταίες προ εξαμήνου εκλογικές αναμετρήσεις ο μετωπικός συμμαχικός συνασπισμός της Ριζοσπαστικής Αριστεράς σηματοδοτούσε μια πολιτική δύναμη ενός ριζοσπαστικού μικροαστικού μεταρρυθμισμού, με χαρακτηριστικά ανοιχτά στον εργατικό ριζοσπαστισμό και στην λαϊκή κινητικότητα: Δεν ήταν έτσι ούτε σχηματισμός της εργατικής επαναστατικότητας, αλλά ούτε και σχήμα – ανάχωμα του αστικού ρεφορμισμού όπως αρέσκονταν να τον αντιμετωπίζουν άλλες δυνάμεις της ελληνικής Αριστεράς. Ουσιαστικά ο περιορισμένος πολιτικός χώρος του ΣΥΝ και των άλλων μικρότερων οργανώσεων του ΣΥΡΙΖΑ, απαρτίζονταν κυρίως από δυνάμεις αυτού του μικροαστικού ριζοσπαστικού μεταρρυθμισμού (αντινεοφιλελεύθερες δυνάμεις της διανοητικής εργασίας κυρίως του ευρύτερου δημόσιου τομέα), και βρέθηκε να ηγείται εκλογικά ευρύτατων στρωμάτων της εργατικής και λαϊκής βάσης της χρεοκοπημένης σοσιαλδημοκρατίας. Στο διάστημα που μεσολάβησε (Ιούλιος – Δεκέμβριος 2012), και εν μέσω μιας σχετικής υποχώρησης και αδυναμίας του εργατικού κινήματος (χαμηλή συμμετοχή στις τρεις πανελλαδικές απεργίες του περασμένου φθινοπώρου), τείνει να πραγματοποιηθεί μια ορισμένη μετατόπιση του ΣΥΡΙΖΑ σε μια συγκεκριμένη κατεύθυνση δυνητικής διολίσθησης σε έναν «μικροαστικό εξορθολογισμό – εκσυγχρονισμό» και η λαϊκή εργατική ριζοσπαστικότητα να έχει τεθεί σε δεύτερη μοίρα.

Μ’ άλλες λέξεις αντί η Ριζοσπαστική Αριστερά να συστοιχηθεί με τις λαϊκές δυνάμεις που εκπροσώπησε (από την σοσιαλδημοικρατία και το παραδοσιακό κομμουνιστικό κίνημα), δηλαδή να επιχειρήσει να πολιτικοποιήσει ριζοσπαστικά αυτά τα ευρύτατα εργατικά στρώματα, να μετατρέψει αυτή την εκλογική επιρροή σε διεκδικητικό αντιμνημονιακό κοινωνικό κίνημα, να ανοιχθεί οργανωτικά σ’ αυτό τον κόσμο, να πριμοδοτήσει την μαζική κινηματική δράση του εργαζόμενου λαού, να μετατραπεί δηλαδή σε ένα κόμμα συμμαχίας του μικροαστικού μεταρρυθμισμού και της εργατικής ριζοσπαστικότητας (με ηγεμονία της δεύτερης επί του πρώτου), κινήθηκε σε διαφορετική τροχιά. Έτσι τείνει να «μπατάρει» μονοδιάστατα στον αστικό κοινοβουλευτισμό (προτάσεις νόμου άνευ αποτελέσματος), εγκατέλειψε την οποιαδήποτε δυναμική τροφοδότηση του λαϊκού εργατικού κινήματος, μετατοπίστηκε ευθέως στον κλασικό της «κυβερνητισμό» (από τον οποίο κυριαρχούνταν και όταν ακόμη ήταν εκλογικά δύναμη του 4%), και εναπέθεσε όλες τις προσδοκίες της σε μια μελλοντική εκλογική διαδικασία, αβέβαιης έκβασης τόσο από την άποψη της πραγματοποίησής της, όσο και από την άποψη της δυνατότητας ανάδειξης ισχυρής αριστερής πλειοψηφίας στο κοινοβούλιο και στο αγωνιστικό λαϊκό κίνημα.

Έτσι σε αναντιστοιχία με τα νέα δεδομένα εκλογικών εκπροσωπήσεων που προέκυψαν, πραγματοποιήθηκε και η σχετική οργανωτική πολιτική της διεύρυνση : Πέρα από έναν εξαιρετικά περιορισμένο κόσμο της ιστορικής βάσης του παραφθαρμένου ΠΑΣΟΚ και του αδιεξόδου ΚΚΕ, δεν κατόρθωσε να συσπειρώσει αγωνιστικές λαϊκές ριζοσπαστικές δυνάμεις. Κυρίως προχώρησε στην πολιτική διεύρυνση του πολιτικού της δυναμικού με τον κόσμο των παλιών κυμάτων κόσμου της μικροαστικής διανόησης που είχαν «περάσει» από τον ΣΥΝ στην προηγούμενη εικοσαετία, που ήταν πολιτικά παροπλισμένα επί μακρόν, και βρίσκονταν σε απόσταση από το ριζοσπαστικό αντιμνημονιακό λαϊκό κίνημα (η σημερινή εκλογική πρωτοκαθεδρία του ΣΥΡΙΖΑ, διευρυμένου σχηματισμού του παλαιότερου ΣΥΝ αντιμετωπίζεται ως … «δικαίωση» της εικοσάχρονης πορείας του, ενώ συμβαίνει το εκ διαμέτρου αντίθετο: Ο πρωταγωνιστικός ρόλος των δυνάμεων του ΣΥΝ και του ευρύτερου ΣΥΡΙΖΑ προέκυψε μέσα από την υπέρβαση του παλιού του εαυτού του «εκσυγχρονισμού» και των «ηθικοπλαστικών» του αναφορών). Κατ’ αυτό τον τρόπο λαϊκές ριζοσπαστικές δυνάμεις, εργατικής αλλά και μικροαστικής σύνθεσης, είτε παρέμειναν μακράν της πολιτικής οργανωτικής τους ένταξης στον ΣΥΡΙΖΑ, αντιμετωπίζοντάς τον με σημαντική επιφυλακτικότητα, είτε δραστηριοποιούμενες στο εσωτερικό του, και αποτυπώνοντας ένα σχετικό «αριστερό στίγμα», παρέμειναν σε δεύτερη μοίρα.

Στη σημερινή συγκυρία το ζήτημα δεν είναι η αντιπαλότητα ανάμεσα στον μικροαστικό μεταρρυθμισμό και στον εργατικό ριζοσπαστισμό, αλλά η οργανική τους συμμαχία υπό την ηγεμονία της εργατικής ριζοσπαστικότητας. Σ’ όσο βαθμό αυτό δεν πραγματοποιείται, μεγεθύνεται ο κίνδυνος της διολίσθησης προς κατευθύνσεις «εκλογικισμού – κυβερνητισμού» και προς πολιτικούς προσανατολισμούς του «μικροαστικού εξορθολογισμού – εκσυγχρονισμού». Η ανάταξη αυτή του λαϊκού εργατικού κινηματικού χαρακτήρα της Ριζοσπαστικής Αριστεράς δεν μπορεί να γίνει παρά με την κατάκτηση της εργατικής ριζοσπαστικής ηγεμονίας, σε συμμαχία πάντα με τον μικροαστικό μεταρρυθμισμό, αλλά από θέσεις πρωτοκαθεδρίας, δεν μπορεί πλέον να γίνει παρά με την δρομολόγηση του «κοινωνικού ανένδοτου διαρκείας», στον οποίο έχει γίνει η αρχική αναφορά [Σ. Κουβελάκης «Κόμμα, Εξουσία, Στρατηγική»].

Θεσσαλονίκη, Δεκέμβριος 2012

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: