Σ. Κουβελάκης: Κόμμα, Εξουσία, Στρατηγική – 7 + 1 Σημεία για το Νέο ΣΥΡΙΖΑ

Toυ ΣΤΑΘΗ ΚΟΥΒΕΛΑΚΗ*
Στη μνήμη του Ντανιέλ Μπενσαϊντ
1. Ας ξεκινήσουμε από το εξής ερώτημα: τι γεννάει «αντικειμενικά» την ανάγκη για έναν καινούργιο Σύριζα; Προφανώς όχι κάποιο προϋπάρχον σχέδιο για την αναμόρφωση της «μορφής κόμμα» που σταδιακά προχωράει και μπαίνει σε μια καινούργια φάση της υλοποίησής του. Η διαδικασία που έχει δρομολογηθεί προκύπτει πρώτα και κύρια από την ταξικής σύγκρουσης που συγλονίζει την ελληνική κοινωνία εδώ και δυόμιση περίπου χρόνια και τις ανάγκες που δημιουργεί. Από τη συγκεκριμένη εμπειρία αγώνων, κοσμογονικών και δραματικών ανατροπών που έχουν βιώσει οι λαϊκές τάξεις. Πιο συγκεκριμένα: από τη διαπίστωση ότι 24 γενικές απεργίες, δεκάδες ογκώδεις κινητοποιήσεις στους δρόμους, καταλήψεις πλατειών από πλήθη κόσμου για πάνω από ένα μήνα, δεν αρκούν για να φέρουν την αντιμνημονιακή ανατροπή που αποτελεί όρο επιβίωσης της κοινωνικής πλειοψηφίας και της χώρας. Δεν αρκούν μεν, πλην όμως δημιούργησαν τους όρους για να εκφραστεί η κατάρρευση του προϋπάρχοντος πολιτικού συστήματος (και γενικότερα των σχέσεων εκπροσώπησης) σε μια πλειοψηφικά αριστερόστροφη κίνηση. Δημούργησαν τους όρους μιας νέας συνάντησης της Αριστεράς, ή τουλάχιστον αυτής που ήταν διατεθειμένη για κάτι τέτοιο, με ευρύτερες λαϊκές μάζες. Η μετωπική-ενωτική κουλτούρα του Σύριζα, η ικανότητά του να συνδιαλέγεται με την λαϊκή κινητοποίηση, ακόμη και στις πιο δύσκολες για κομματικό φορέα μορφές (κίνημα των πλατειών), η πρόταση του, τέλος, για «κυβέρνηση της Αριστεράς» με στόχο την κατάργηση των Μνημονίων, εξηγούν την εκτίναξή σε πρωτοφανή εδώ και μισό αιώνα για αριστερό κόμμα επίπεδα εκλογικής καταγραφής.
Η συνάντηση που εκφράστηκε με εκλογικούς όρους την άνοιξη, και σφραγίστηκε μέσα από την ταξική και πολιτική πόλωση του Ιούνη, ανέδειξε τον Σύριζα ως κεντρικό εκφραστή ενός δυνάμει νέου μπλοκ λαϊκών αντιμνημονιακών δυνάμεων με πλειοψηφική δυναμική και προοπτική εξουσίας. Για πρώτη φορά μετά την ιστορική ήττα του σύντομου 20ου αιώνα, η Αριστερά θέτει ζήτημα εξουσίας σε ευρωπαϊκή χώρα. Μετά το καλοκαίρι η προοπτική αυτή άρχισε να ανιχνεύεται με οργανωτικούς όρους – κάτι που ήδη ενυπήρχε σπερματικά στην εμπειρία των ανοιχτών συνελεύσεων της προεκλογικής και αμέσως μετεκλογικής περιόδου. Η πορεία προς τη Συνδιάσκεψη, με τον τριπλασιασμό των μελών και το «άπλωμα» του Σύριζα σε νέους χώρους αποτελούν τον πρώτο σταθμό αυτής της πορείας αναδιάταξης των μορφών οργάνωσης και εκπροσώπησης των λαϊκών και εργαζόμενων τάξεων.
2. Η συνάντηση αυτή δε γίνεται φυσικά εν κενώ, ούτε αποτελεί απλή μεταφορά, όπως νομίζουν ορισμένοι, των κινηματικών εμπειριών σε μια κομματική δομή. Ασφαλώς αυτές οι διαστάσεις υπάρχουν, είναι ενεργές, και ευτυχώς! Για να το πούμε διαφορετικά: ο νέος Σύριζα που δημιουργείται από τη διάδραση του «από τα κάτω» με το «από τα πάνω» αποτελεί (σε ένα βαθμό τουλάχιστον ) τον καθρέφτη όσων έγιναν την τελευταία περίοδο στο πεδίο των κινητοποιήσεων και των μορφών της λαϊκής αυτενέργειας. Του πλούτου αλλά και των ορίων τους, ή των ειδικών τους χαρακτηριστικών: π.χ μια σχετική απόσταση της νεολαίας, η ατονία των δράσεων στους χώρους παραγωγής, εκτός των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας που αποτελούν βασικά πεδία της σύγκρουσης. Αυτά τα χαρακτηριστικά συνδέονται βέβαια τόσο με την κατάσταση του συνδικαλιστικού κινήματος όσο και με τα γενικότερα χαρακτηριστικά της περιόδου, δηλαδή με το γεγονός ότι η αναμέτρηση είχε εξ’αρχής έναν πολιτικό χαρακτήρα. Ο Σύριζα αντανακλά λοιπόν αυτήν την πραγματικότητα στο βαθμό που, αν και κινείται προς την ενιοποίησή του, διατηρεί ή μάλλον αποκτά καινούργιου τύπου «μετωπικά» χαρακτηριστικά, «κοινωνικού» θα λέγαμε χαρακτήρα, που του επιτρέπουν να επικοινωνεί με ένα μεγάλο φάσμα μορφών λαϊκής αυτενέργειες. Αιχμή αυτής της διαδικασίας αποτελεί φυσικά η δουλειά αλληλεγγύης και κινηματικής δραστηριοποίησης και αυτοοργάνωσης σε τοπικό επίπεδο.
3. Ενα κομματικό σχήμα δεν είναι όμως μόνο αυτό: είναι και ένα στελεχικό δυναμικό, ένας μηχανισμός, μια ηγεσία, μια σειρά από ιδεολογικές και πολιτικές συντεταγμένες και λίγο-πολύ παγιωμένες πρακτικές. Ολα αυτά αποτελούν απαραίτητα συστατικά για να μπορέσει ένα κόμμα να λειτουργήσει όχι ως συνδικαλιστική εκπροσώπηση κοινωνικών ομάδων αλλά ως «συλλογικός διανοούμενος». Για να είναι σε θέση να διαμεσολαβήσει ένα σύνολο αντιθέσεων υπερβαίνοντάς τες έτσι ώστε να διαμορφώνονται οι όροι μιας «γενικής συλλογικής βούλησης». Με στόχο, όταν έχουμε να κάνουμε με αριστερό κόμμα, τη συγκρότηση μιας νέας ηγεμονίας, της διευθυντικής ικανότητας των κυριαρχούμενων τάξεων ως υποκείμενου ικανού να αρθρώσει ένα γενικό συμφέρον και το επιβάλλει με όρους κατάκτησης της πολιτικής εξουσίας.
Σε ότι αφορά το Σύριζα έτσι όπως έχει υπάρξει ως τώρα απαιτείται λοιπόν μια νηφάλια και ειλικρινής αποτίμηση της πραγματικής του πορεία.
Τι είδους σχήμα ήταν λοιπόν εως πολύ πρόσφατα ο «υπαρκτός Σύριζα», ο Σύριζα στην ειδική οργανωτική του διάσταση, με την ιδιαίτερη υλικότητά της;
Το θέμα είναι ασφαλώς ευρύ και δεν μπορεί να καλυφθεί σε ένα σύντομο κειμένο. Επιγραμματικά και μόνο λοιπόν σημειώνουμε τα εξής:
  • Ο Σύριζα δημιουργήθηκε ως ένα μετωπικό σχήμα που κατάφερε να υπερβεί ως ένα βαθμό τον οργανωτικό κατακερματισμό, προϊόν της κρίσης της Αριστεράς, αλλά ταυτόχρονα τον αναπαρήγαγε, τροποποιώντας τον, μέσω μιας διαρκούς «από τα πάνω» διαπραγμάτευσης μεταξύ υπο-μηχανισμών, ρευμάτων και οργανώσεων. Με μια έννοια ο Σύριζα επέκτεινε το μοντέλο «κόμμα πολιτικής ενότητας» του Συνασπισμού, δηλαδή της βασικής του συνιστώσας, που αποτελεί ταυτόχρονα η ίδια μια μικρογραφία των αντιθέσεών του.
  • Η αντίφαση αυτή ενσαρκώθηκε σε έναν οργανισμό που συνδύαζε μια σχετική «πλαστικότητα», με κινηματικές διαστάσεις, ριζοσπαστικές διαθέσεις και έντονο πλουραλισμό, με μια πλαδαρότητα, με χαρακτηριστικά αμορφίας, εκλογικού μηχανισμού και με χρόνια φαινόμενα παραγοντισμού.
  • Aυτή η ιδιότυπη μετωπική μορφή απέκτησε ταυτόχρονα χαρακτηριστικά πολιτικοποίησης, με κατωχυρωμένη την ανοιχτή (και μάλιστα έντονη) διαπάλη απόψεων, που αποτελεί αναμφισβήτητα δημοκρατική κατάκτηση, αλλά και γραφειοκρατικοποίησης, εν μέρει αναπόφευκτης, εν μέρει όμως ανατροφοδοτούμενης ως τρόπος «από τα πάνω» διαχείρισης των αντιθέσεων που προέκυπταν από τη διττή υπόσταση στην οποία αναφερθήκαμε.
  • Η μορφή αυτή έβαζε επίσης σαφή όρια στο όλο εγχείρημα, τόσο προς τα έξω, στην διεύρυνση της οργανωμένης επιρροής του Σύριζα πέραν του κύκλου των πολιτικοποιήμενου ιστορικού δυναμικού της Αριστεράς, με κυρίαρχο το στοιχείο της διανόησης, τόσο και προς τα μέσα, στη διαμόρφωση ενός ανανεούμενου στελεχικού δυναμικού και μιας πραγματικής «ηγετικής ομάδας», με την έννοια του Τολιάττι: μιας «οργανικά» συγκροτημένης ηγεσίας, δηλαδή μιας συλλογικότητας συνεκετικής, αν και όχι μονολιθικής, ομογενοποιημένης όχι ως προς τη γραμμή αλλά ως προς μια κοινή μήτρα, προϊόν της ιδεολογικής και πολιτικής σύνθεσης (ενότητας αντιθέσεων) που παράγει ο κομματικός οργανισμός στις διάφορες βαθμίδες του. Αυτό το διπλό έλλειμα, λαϊκότητας στη βάση και οργανικής ενότητας στην κορυφή (αλλά και στις ενδιάμεσες βαθμίδες), απετέλεσε χαρακτηριστικό γνώρισμα της οργανωτικής μορφής του Σύριζα.
  • Η υπερτροφία του ρόλου του «αρχηγού», που χαρακτηρίζει την όλη πορεία του Συνασπισμού και, κατόπιν, του Σύριζα (και όχι μόνο την πιο πρόσφατη φάση της) δεν είναι αποτέλεσμα κάποιας ατομικής ιδιοσυγκρασίας (ή μιας σειράς τέτοιων) αλλά πρώτα και κύρια έκφράζει την αδυναμία συγκρότησης «ηγετικής ομάδας», που εκφράζει με τη σειρά της την αδυναμία διαμόρφωσης ενός στελεχικού δυναμικού που να συνθέτει δυναμικά την εμπειρία του κομματικού οργανισμού. Γι αυτό και ο ρόλος του ηγέτη είναι πάντα αμφίσημος στο βαθμό που καλείται να καλύψει αυτό το κενό, και, ενδεχομένως, να προετοιμάσει το έδαφος για την ίδια του την υπέρβαση, ενώ ταυτόχρονα τείνει να το αναπαράγει από την ίδια τη δυναμική που δημιουργεί αυτή ακριβώς η «χαρισματική» του λειτουργία.
4. Η παραπάνω εικόνα είναι βέβαια μερική και, κυρίως, στατική. Ο Συνασπισμός και ο Σύριζα του Αλαβάνου και του Τσίπρα δεν είναι ασφαλώς ο Συνασπισμός της Δαμανάκη, που ψήφιζε το Μάαστριχτ και κοίταζε προς την «κεντροαριστερά». Η αποχώρηση του κύριου όγκου της Ανανεωτικής Πτέρυγας, της οποίας είχε προηγηθεί η διαδοχική απομάκρυνση των πιο δεξιών στοιχείων τόσο σε επίπεδο εκλογικής-κοινωνικής βάσης όσο και σε επίπεδο στελεχών, μείωσε το βαθμό ιδεολογικής και πολιτικής πολυσυλλεκτικότητας. Η εμφάνιση μιας σχετικά μαζικής οργάνωσης νεολαίας έφερε νέο αίμα και την απαρχή μιας στελεχικής ανανέωσης. Η συγκρότηση του Σύριζα προώθησε την μετατόπιση σε ριζοσπαστικότερες θέσεις, χωρίς όμως να ανατρέψει τα βαθύτερα χαρακτηριστικά της προηγούμενης οργανωτικής μορφής (έλλειμα λαϊκότητας και «διευθυντικής οργανικότητας»), που συνεχίζουν να αποτελούν βασικά προσκόμματα στο προχώρημα του εγχείρηματος στις νέες συνθήκες. Να γιατί ο «νέος Σύριζα», αν και στηρίζεται στα κεκτημένα της προηγούμενης περιόδου, δεν μπορεί να αποτελέσει απλή συνέχεια του παληού. Η τομή που απαιτείται, σε συνθήκες αδιάκοπης επιτάχυνσης του πολιτικού χρόνου, όξυνσης της κρίσης και πλησιάσματος της κυβερνητικής εξουσίας, ανοίγει απότομα και επιτακτικά ένα πλήθος σύνθετων ζητημάτων στρατηγικού χαρακτήρα. Ανάμεσα σ’αυτά, τα θέματα της οργανωτικής μορφής είναι ως γνωστόν από τα πλέον κρίσιμα και ταυτόχρονα δύσβατα. Δύσκολα γιατί παρ’ότι βαθύτατα πολιτικά, παραμένουν αδιαφανή και σχετικά δυσνόητα στον «κοινό νου» των κομματικών μελών. Δύσκολα επίσης γιατί η χρονικότητά τους τους είναι γενικά μεσο- και μακροπρόσθεσμη και, ως εκ τούτου, έρχεται σε αντίθεση με τις απαιτήσεις μιας γοργά μεταβαλλόμενης συγκυρίας.
Από αυτήν την άποψη, οι συνοπτικές και βεβιασμένες διαδικασίες που ακολουθήθηκαν για την Συνδιάσκεψη, που εν μέρει μόνο μπορούν να αποδοθούν στην πίεση των περιστάσεων, περιέπλεξαν ακόμη περισσότερη μια ούτως ή άλλως δύσκολη διαδικασία, λειτουργώντας ανασχετικά στην πολιτικοποίησή της, δηλαδή στην ουσιαστική διευρυμένη συμμετοχή του υπό διαμόρφωση οργανισμού και στην ανάδειξη των πραγματικών αντιθέσεων. Ως τέτοια δεν μπορεί να θεωρηθεί ουδέτερη. Εντάσσεται, έστω και χωρίς προϋπάρχον σχέδιο ή πρόθεση, σε μια από τις τάσεις που εκδηλώθηκαν στην πρόσφατη συνδιάσκεψη.
5. Σχηματοποιώντας την εικόνα, μπορούμε να πούμε ότι στην Συνδιάσκεψη του Σύριζα ήρθαν αντιμέτωπες δύο τάσεις σε ότι αφορά την αντίληψη του κόμματος. Και λέμε «τάσεις» γιατί δεν πρόκειται για ολοκληρωμένες απόψεις, προϊόν δημόσιας και ολοκληρωμένης τοποθέτησης (μέρος του προβλήματος εντοπίζεται εξ’άλλου ακριβώς σ’αυτό), ούτε για δυό «στρατόπεδα» οριοθετημένα με σαφήνεια. Πρόκειται μάλλον για τους δυό αντιθετικούς τρόπους με τους οποίους ο συγκεκριμένος οργανισμός τείνει να αντιδράσει στις νέες συνθήκες, γι αυτό εξ’αλλου και οι εν λόγω τάσεις διαπερνούν, αν και άνισα, τις διάφορες απόψεις και ρεύματα που λειτουργούν εντός του σχήματος.
Η πρώτη τάση είναι αυτή που κατανοεί τη διεύρυνση ως πορεία προς ένα «ευρύ», με την έννοια του «μεγάλου» και «πολυσυλλεκτικού» κόμματος, με χαλαρές ιδεολογικές αναφορές, αντίστοιχες οργανωτικές δομές, και ανάλογη έννοια «μέλους». Η υπέρβαση των μέχρι τώρα συνιστωσών, αλλά και των ρευμάτων που λειτουργούσαν εντός των ενιαίων οργανώσεων (του Συνασπισμού ειδικότερα), και το πρόταγμα ενός «Σύριζα των μελών» συγκλίνουν στην αντίληψη ενός κόμματος άθροισμα εξατομικευμένων μελών, χωρίς συγκροτημένη και κατοχυρωμένη διαπάλη γραμμών και με χαμηλής έντασης συμμετοχή στην κομματική ζωή. Εννοείται πως μια τέτοια δομή, τυπικά δημοκρατική, «ευρεία» και «οριζόντια», δηλαδή με δικαίωμα σε διαφορετικές απόψεις αλλά σε μια ατομική βάση, οδηγεί σε ένα κόμμα εξαιρετικά συγκεντρωτικό, όπου ο μηχανισμός μονοπωλεί την δυνατότητα εσωτερικής επικοινωνίας και όπου η άποψη της ηγεσίας στερείται αντίβαρου. Στην πραγματικότητα επίσης όλοι ξέρουν πως ομαδοποιήσεις και τάσεις υφίστανται σε τέτοια κόμματα, αλλά με τρόπο καλυμμένο, εντός των μηχανισμών και χωρίς τη δυνατότητα συμμετοχής των μελών στην διαπάλη των γραμμών. Τέτοια κόμματα χαρακτηρίζονται επίσης από ένα υψηλό βαθμό διαχωρισμού των τυπικών με τα πραγματικά κέντρα λήψης των αποφάσεων και διαμόρφωσης της πολιτικής. Με άλλα λόγια, τα εκλεγμένα όργανα, πολυπληθή και δυσκίνητα, παίζουν έναν περιορισμένο ρόλο ενώ η παραγωγή πολιτικής γίνεται σε επιτροπές ειδικών, άτυπα αλλά κρίσιμης σημασίας επιτελεία γύρω από την ηγεσία και φυσικά μέσω εξ’ισου άτυπων αλλά καθοριστικών συννεοήσεων εντός ενός περιορισμένου κύκλου στελεχών που συγκροτούν τον ντε φάκτο ηγετικό πυρήνα.
Χωρίς να αποτελεί την υλοποίηση ενός τέτοιου ολοκληρωμένου μοντέλου, αρκετά στοιχεία της διαδικασίας προς την Συνδιάσκεψη, αλλά και εντός αυτής, λειτούργησαν προς μια τέτοια κατεύθυνση: από τις διαδικασίες εξπρές, με μοιραία αφυδατωμένη την πολιτική ουσία και συζήτηση, εως τις κατευθυνόμενες αλλά υπόγειες σταυροδοσίες, από τη δυνατότητα εγγραφής μελών πάνω στην κάλπη της εκλογής των αντιπροσώπων εως την ισχυρή αντίδραση στην κατάθεση διαφορετικών ψηφοδελτίων στα όργανα, και από την υπερτροφική ΚΠΕ (με 25% διορισμένων από τα πάνω μελών) μέχρι τον στιγματισμό των τάσεων ως «αντικομματικών» ομαδοποιήσεων, που σημαίνει βέβαια ότι μόνο εντός της πλειοψηφίας και με υπόγειο τρόπο επιτρέπονται οι ομαδοποιήσεις και συσχετισμοί.
Ας τονίσουμε τέλος ότι αν και θέλει να εμφανίζεται ως «καινούργια» η αντίληψη αυτή αποτελεί στην ουσία προέκταση αντίστοιχων προηγούμενων πρακτικών εντός του «παλαιού» Συν/Σύριζα, αυτών που προωθούσαν το μοντέλο ενός αποϊδεολογικοποιημένου κόμματος, με συγκεντρωτική δομή και «επικοινωνιακού» τύπου απεύθυνση στην κοινωνία. Και κυρίως: όπως δείχνει μια πλούσια διεθνής και εγχώρια εμπειρία, αυτή ακριβώς είναι και η ουσία ενός «κρατικοποιημένου» κόμματος: μια οργανωτική μορφή που, πολύ πριν ακόμη πλησιάσει την εξουσία, είναι έτοιμη να λειτουργήσει ως μηχανισμός διαχείρισης του (αστικού) κράτους, διαμεσολαβώντας, στην καλύτερη περίπτωση (της ιστορικής σοσιαλδημοκρατίας), επιμέρους αιτήματα και συμφέροντα των λαϊκών τάξεων.
6. Αυτή η τάση συνάντησε όμως πολύ ισχυρές αντιστάσεις στον υπό διαμόρφωση κομματικό οργανισμό, αντίδραση διάχυτη και πολύμορφη, πολύ πέρα από τις τάσεις και τους συσχετισμούς που διαμόρφωθηκαν στις ψηφοφορίες. Το γενικό κλίμα που έβγαινε «από τα κάτω» ήταν αυτό μιας βάσης με αριστερόστροφες διαθέσεις, ανοιχτή στη δημοκρατική διαπάλη των απόψεων και καχύποπτη έναντι των γραφειοκρατικών πρακτικών. Ενα κλίμα που όμως, μέσα στην πίεση των προθεσμιών και των γενικότερων συνθηκών, πολύ απέχει ακόμη από την τη δημιουργία μιας νέας σύνθεσης, ενός «κοινού νου» με σταθεροποιημένο ιδεολογικοπολιτικό στίγμα.
Σ’αυτό το πλαίσιο, η Αριστερή Πλατφόρμα σημείωσε μια πολύ σημαντική τετραπλή επιτυχία.
  • κατ’αρχήν γιατί προέκυψε ως τέτοια από τη σύγκλιση ρευμάτων από διαφορετικές παραδόσεις και οργανώσεις του συριζικού τόξου, διαμορφώνοντας έτσι τις προϋποθέσεις μιας ανασυντιθεμένης αριστερής πτέρυγας.
  • κατόπιν γιατί, όπως αποτυπώθηκε στην οριακή απόρριψη της τροπολογίας για το χρέος και την ΕΕ (και είχε ήδη διαφανεί στη συζήτηση στις οργανώσεις βάσης), ο πυρήνας των θέσεών της διαθέτει ευρύτερη ακτινοβολία, έως και πλειοψηφική δυνατότητα.
  • έπειτα γιατί η συγκρότησή της σε ξεχωριστό ψηφοδέλτιο δημιούργησε ένα πολύτιμο κεκτημένο ως προς τη δυνατότητα της ανοιχτής δημοκρατικής διαπάλης γραμμών εντός του νέου κόμματος και απέτρεψε την εικονική ομογενοποίηση εντός ενός «προεδρικού» πλαισίου που τα χωράει όλα.
  • τέλος γιατί η αριθμητική καταγραφή της στη συνδιάσκεψη ήταν ενθαρρυντική και έστειλε μήνυμα στην ευρύτερη Αριστερά και στην κοινωνία.
Συμπερασματικά λοιπόν θα λέγαμε ότι παρουσία της Αριστεράς πλατφόρμας λειτούργησε ως ισχυρός παράγοντας πολιτικοποίησης, ανάδειξης των αντιθέσεων και ανακοπής της τάσης προς το πολυσυλλεκτικό «κρατικοποιημένο» κόμμα. Δεν ήταν όμως ο μόνος: η τάση αυτή εκφράστηκε, με διαφορετικό τρόπο, και στο πλειοψηφικό μπλοκ, όπου έπνευσε ένας άνεμος «κινηματικότητας» και ανάδειξης στελεχών με ανάλογο προφίλ. Με δυό λόγια, η Συνδιάσκεψη έδειξε ότι ο Σύριζα ως υπό διαμόρφωση ενιαίο κόμμα με προοπτική κυβερνητικής εξουσίας διαθέτει ισχυρά αντισώματα στην τάση αποριζοσπαστικοποίησης και «κρατικοποίησής» του.
7. Καμμιά οργανωτική μορφή δεν μπορεί ωστόσο να εξεταστεί και να κριθεί αποκομμένη από τη στρατηγική της διάσταση. Από αυτήν την άποψη, το τοπίο εντός του Σύριζα έχει κάτι παράδοξο. Ολοι περίπου ομνύουν στην «κινηματικότητα» και την ανάγκη κινητοποίησης από τα κάτω αλλά δεν είναι βέβαιο ότι όλοι το εννοούν με τον ίδιο τρόπο. Ας πάρουμε το παράδειγμα των δίκτυων αλληλεγγύης. Η πολιτική τους κατεύθυνση ούτε μονοσήμαντη είναι ούτε έχει ακόμη ξεκαθαριστεί. Υπάρχει ένα μεγάλο φάσμα δυνατοτήτων, από την «αυτοδιαχείριση της ανέχειας», και μια συμπληρωματική λογική ως προς τη συρρικνούμενη κρατική παροχή, μέχρι την αυτοοργάνωση με στοιχεία αμφισβήτησης των κυρίαρχων κοινωνικών σχέσεων, και φυσικά πολλές «ενδιάμεσες» ή «μικτές» περιπτώσεις. Στην ουσία μόνο μια στρατηγική που στοιχηματίζει στη σύγκρουση, και την προάγει, έχει πραγματικά ανάγκη από ένα κόμμα «συλλογικό διανοούμενο», που υποβοηθά, ενοποιεί και δίνει νικηφόρα προοπτική στη δράση των εργαζόμενων και λαϊκών τάξεων. Ενα μαζικό αριστερό κόμμα που πολιτικοποιεί τις αντιθέσεις και διαμορφώνει τους όρους της ηγεμονίας των πολλών. Ενα κόμμα αυτού του τύπου αποτελεί αιτούμενο μόνο για τη στρατηγική που καταλαβαίνει ότι, σ’αυτές τις συνθήκες εντεινόμενης πολιτικής και ταξικής πόλωσης, η ίδια η άνοδος του Σύριζα στην κυβερνητική εξουσία, αλλά και το περιθώριο κινήσεων που θα διαθέτει αύριο μια αριστερή κυβέρνηση, δεν θα προκύψουν ούτε από μια σειρά πετυχημένων τακτικών χειρισμών στην κεντρική πολιτική σκηνή, ούτε από την συνθηκολόγηση ενός αντιπάλου του οποίου αντίθετα η εσωτερική κρίση οξύνει τις επιθετικές διαθέσεις. Πολύ περισσότερο, ένα τέτοιο κόμμα είναι αναγκαίο μόνο για μια στρατηγική που δεν είναι διατεθειμένη να περιοριστεί στο (ανέφικτο λόγω των συνθηκών) πλαίσιο μιας «αξιοπρεπούς» διαχείρισης και που στηρίζεται στην κινητοποιήση των από κάτω γιατί στοχεύει στην ανατροπή των συσχετισμών και τον απεγκλωβισμό από τα όρια που θέτει η υπάρχουσα κρατική μηχανή. Ορια που όπως ξέρουμε επικαθορίζονται σήμερα από το Μνημονιακό μηχανισμός αναχρηματοδότησης του χρέους, την τροϊκανή επιτήρηση και, εν τέλει, το ίδιο το πλαίσιο της ευρωζώνης και των συστατικών συνθηκών της ΕΕ.
7 + 1: Είναι διαδεδομένη σήμερα η αίσθηση ότι, μετά από τρία Μνημόνια, δεκάδες κινητοποιήσεις και μια χαμένη εκλογική ευκαιρία για αριστερή κυβέρνηση, το λαϊκό κίνημα είναι σε κάμψη. Θα ήταν σοβαρό λάθος να υποτιμηθούν η κόπωση και οι συνέπειες της γενικότερης δοκιμασίας που υφίσταται ενός λαός μετά από δυόμιση και πλέον χρόνια αδιάκοπου κοινωνικού Αρμαγεδώνα. Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε ότι το νέο πολιτικό σκηνικό που αποτυπώθηκε τον Μάη-Ιούνη, και ως προέκταση των τάσεων που αναδείχθηκαν τότε, έχει μετασχηματίσει ποιοτικά τους όρους της ταξικής σύγκρουσης. Για να το πούμε με συνοπτικό τρόπο: ο άνισος, ορμητικός αλλά και ασυνεχής (καθ’ότι πολιτικά ακάλυπτος), παρατεταμένος λαϊκός πόλεμος της προηγούμενης περιόδου έχει πλέον μετατραπεί σε πόλεμο θέσεων στο πολιτικό πεδίο. Οι αντιθέσεις οξύνονται αλλά και μετατίθενται/συμπυκνώνονται ταυτόχρονα στο επίπεδο της πολιτικής αναμέτρησης. Από τη δική μας σκοπιά, αυτό δε σημαίνει ότι έχει τελειώσει, ή έστω μειωθεί, η σημασία της μαζική κινητοποίησης. Σημαίνει όμως ότι ο πολιτικός φορέας που εκφράζει την εναλλακτική λύση των κυριαρχούμενων δεν μπορεί να επαφίεται στο αυθόρμητο της λαϊκής κίνησης. Σε καμμία περίπτωση δεν μπορεί φυσικά να υποκαταστήσει το ίδιο το κίνημα, ή ακόμη και τη σπίθα που θα ανάψει τη φωτιά στον κάμπο. Το τέλος του εφιάλτη που βιώνει ο ελληνικός λαός δεν μπορεί όμως να περιμένει το πέρας μιας κοινοβουλευτικής θητείας ή ένα ατύχημα πολιτικής ή οικονομικής φύσης που θα έρθει να ολοκληρώσει τη συντελούμενη καταστροφή. Ο Σύριζα επωμίζεται, εκ των πραγμάτων, την καθοριστικής σημασίας ευθύνη να ορίσει τους όρους του νικηφόρου αυριανού λαϊκού ξεσηκωμού.
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: