Ο Γ. Μαρίνος, η ηγεσία του ΚΚΕ και ο Μαρξισμός- Λενινισμός

Στο τρισέλιδο άρθρο του στο Ριζοσπάστη (Κυριακή 21-10-2012) -με τίτλο «Ορισμένα ζητήματα στρατηγικής του κομμουνιστικού κινήματος μέσα από την πείρα του ΚΚΕ»– ο Γ. Μαρίνος, μέλος του Π.Γ. της ΚΕ του ΚΚΕ,  θέτει τρία ζητήματα.

Το πρώτο ως προϋπόθεση κάθε συζήτησης πάνω στα καίρια ζητήματα του κομμουνιστικού κινήματος. «Όταν αναφερόμαστε -γράφει- σε σύνθετα προβλήματα που απασχολούν το κομμουνιστικό, το εργατικό κίνημα, ιδιαίτερα όταν αναφερόμαστε σε προβλήματα που αφορούν τη στρατηγική των Κομμουνιστικών Κομμάτων, την πολιτική των συμμαχιών, απαιτείται αναβάθμιση της ιδεολογικής-πολιτικής συζήτησης στα ζητήματα όπου σημειώνονται διαφορετικές προσεγγίσεις και διαφωνίες. Έτσι ώστε να κατατίθενται επιχειρήματα, να δοκιμάζονται οι διαφορετικές θέσεις, με βάση την πραγματικότητα που ζούμε, τις μαρξιστικές-λενινιστικές αρχές, την πείρα του κομμουνιστικού, εργατικού κινήματος».

Το δεύτερο ζήτημα αποτελεί τον θεμέλιο λίθο πάνω στον οποίο αναπτύσσει όλη τη συλλογιστική του. Είναι η θέση-κλειδί όλης της τρισέλιδης ανάλυσής του. Γράφει: «Η θέση πως ο καπιταλισμός είναι ιστορικά ξεπερασμένο σύστημα δεν αφορά μόνο την Ελλάδα ή άλλα καπιταλιστικά κράτη με ενδιάμεση θέση στο ιμπεριαλιστικό σύστημα που έχουν πληγεί έντονα από την κρίση. Αφορά συνολικά το σύστημα συμπεριλαμβανομένων και των ανεπτυγμένων, ισχυρότερων καπιταλιστικών κρατών στα οποία είναι χαρακτηριστικό το στοιχείο του υψηλού βαθμού εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης (λόγω και της αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας) και της υψηλής κερδοφορίας των μονοπωλίων. Η απάντηση είναι η ανάπτυξη της ταξικής πάλης. Η ανάπτυξη της ιδεολογικοπολιτικής και μαζικής πάλης για την ανατροπή της καπιταλιστικής βαρβαρότητας, των κρίσεων, των πολέμων, της ανεργίας που μαστίζει εκατομμύρια εργαζόμενους, της φτώχειας… Η απάντηση είναι η πάλη για το σοσιαλισμό. Κι αυτό δεν είναι ακαδημαϊκό ζήτημα. Δεν είναι ένα ζήτημα μέσα σε όλα τα άλλα. Είναι το βασικό, το κυρίαρχο αυτό που καθορίζει όλα τα άλλα… Το βασικό είναι η πάλη για το σοσιαλισμό και οι απαιτήσεις που έχει».

Το τρίτο ζήτημα αφορά στην πολιτική των συμμαχιών. Υποστηρίζει ο Γ. Μαρίνος: «Η πολιτική των συμμαχιών είναι πολιτική στρατηγικής σημασίας, καθορίζεται από τη βασική, στρατηγική γραμμή και αυτό είναι πολύ σημαντικό στοιχείο που απαιτεί επαναστατική συνέπεια. Κάθε παρέκκλιση από αυτό το καθήκον στο όνομα ελιγμών, πρόσκαιρων εκλογικών κερδών κ.λπ. σε φέρνει πίσω, ακυρώνει ό,τι κατέκτησε το Κομμουνιστικό Κόμμα την προηγούμενη περίοδο, βάζει σε κίνδυνο την ίδια την επαναστατική σου ύπαρξη».

Θα συμφωνήσουμε απόλυτα με τον Γ. Μαρίνο ότι η συζήτηση στα κεφαλαιώδη ζήτημα του κομμουνιστικού κινήματος -ιδιαίτερα σ’ αυτά που υπάρχουν διαφωνίες- πρέπει να μην υποβαθμίζεται, να γίνεται με επιχειρήματα και η αξία θέσεων και επιχειρημάτων να δοκιμάζεται και ελέγχεται με βάση την μαρξιστική-λενινιστική ανάλυση της πραγματικότητας και την πείρα του διεθνούς κομμουνιστικού-εργατικού κινήματος. Παράλληλα πιστεύουμε ότι αυτό επιβάλλεται να ισχύει για κάθε ζήτημα που απασχολεί το κομμουνιστικό κίνημα και την εργατική τάξη, είτε θεωρείται μικρό είτε θεωρείται μεγάλο. Έχουμε διακηρύξει σε όλους τους τόνους ότι είμαστε υπέρ μιας ανοικτής ιδεολογικοπολιτικής συζήτησης και αντιπαράθεσης, μπροστά στα μάτια ολόκληρου του κόμματος και της εργατικής τάξης και προπαντός με την δική τους συμμετοχή. Αυτό τουλάχιστον ακολουθούσαν σαν πρακτική οι Μαρξ-Ένγκελς, αυτό γινόταν στο κόμμα του Λένιν με πρωταγωνιστή τον ίδιο.

Στο πλαίσιο αυτό πήραμε σαφή θέση απέναντι στο φραξιονισμό υπογραμμίζοντας: «Ο φραξιονισμός στο κόμμα (σε όλα τα κόμματα, πολύ περισσότερο στα ΚΚ) πάντα λειτουργούσε ως κλειστό σύστημα, ως εικόνα και ομοίωση της ηγεσίας. Αυτό ήταν η αντικατάσταση του λενινιστικού τρόπου εσωκομματικής πάλης με αστικές πρακτικές και μεθόδους. Εμείς γυρίζουμε επιδεικτικά την πλάτη σε κάτι τέτοιο. Είμαστε υπέρ της ανοικτής πάλης, με προσήλωση στις αρχές και στη θεωρία. Για μας η οργάνωση προκύπτει μέσα από την ανοικτή διαμόρφωση συνειδήσεων έξω και πέρα από παρεΐστικες συμπεριφορές και οργανωτικίστικου χαρακτήρα προσπάθειες για τον έλεγχο της κομματικής κατάστασης».

Δεν γνωρίζουμε βέβαια κατά πόσο ο Γ. Μαρίνος συμφωνεί με όλα αυτά. Έτσι θα αρκεστούμε στις προϋποθέσεις της συζήτησης όπως τις έθεσε ο ίδιος.

Τι σημαίνει η θέση πως «ο καπιταλισμός είναι ξεπερασμένος ιστορικά»;

Όλο το οικοδόμημα της σκέψης του Γ. Μαρίνου, όπως τουλάχιστον αυτή ξεδιπλώνεται στο άρθρο του, βασίζεται στην θέση ότι ο καπιταλισμός είναι ξεπερασμένος ιστορικά. Απ’ αυτή τη θέση, τόσο ο Γ. Μαρίνος όσο και η ηγετική ομάδα του ΚΚΕ περνάνε στην διαπίστωση πως η απάντηση του κόμματος και της εργατικής τάξης δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο από την πάλη για τον σοσιαλισμό. Αλλά τι ακριβώς εννοούμε όταν λέμε ότι ο καπιταλισμός ξεπεράστηκε ιστορικά; Ενδεχομένως η ηγεσία του ΚΚΕ δεν γνωρίζει ότι αυτό το ζήτημα δεν είναι καινούργιο αλλά απασχόλησε το κομμουνιστικό κίνημα πολλές φορές στο παρελθόν ιδιαίτερα στο ξεκίνημα της Κομμουνιστικής Διεθνούς με αποτέλεσμα να υποχρεωθεί να τοποθετηθεί ο ίδιος ο Λένιν.

Ο Γ. Μαρίνος τάσσεται με την άποψη -τουλάχιστον αυτό δηλώνει- πως οι διαφορετικές θέσεις και απόψεις μεταξύ κομμουνιστών πρέπει να δοκιμάζονται με βάση τις μαρξιστικές-λενινιστικές αρχές. Πιστεύουμε πως δεν θα έχει καμία αντίρρηση από την ίδια δοκιμασία να περάσουν και οι δικές του απόψεις που τυγχάνει να είναι και απόψεις της κομματικής ηγεσίας.

Όταν οι μαρξιστές λένε πως ένα κοινωνικό σύστημα έχει ξεπεραστεί ιστορικά αυτό σημαίνει πως έχουν δημιουργηθεί οι ιστορικοί όροι για το ξεπέρασμά του, πως υπάρχουν οι ελάχιστα αναγκαίες αντικειμενικές προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο. Ποιες είναι αυτές οι προϋποθέσεις; Είναι η υλικοτεχνική βάση της κοινωνίας και οι κοινωνικές δυνάμεις που θα αναλάβουν να υλοποιήσουν την μετάβαση σε ένα άλλο κοινωνικό σύστημα. Για να είναι ιστορικά ξεπερασμένο ένα κοινωνικό σύστημα θα πρέπει το σύνολο των μέσων της εργασίας, της τεχνολογίας της παραγωγής και της τεχνικής οργάνωσης της να μπορούν στον ελάχιστον βαθμό να υποστηρίξουν το πέρασμα σε ένα νέο κοινωνικό σύστημα και να υπάρχουν οι κοινωνικές δυνάμεις οι οποίες έχουν συμφέρον από αυτό και θα αναλάβουν την οικοδόμησή του. Ακόμη πιο απλά, για να θεωρηθεί ιστορικά ξεπερασμένος ο καπιταλισμός πρέπει να έχει αναπτύξει στον εσωτερικό του, στον ελάχιστα αναγκαίο βαθμό τις παραγωγικές εκείνες δυνάμεις που απαιτούνται για να μπορεί να ξεκινήσει η έναρξη της οικοδόμησης του σοσιαλισμού. Με αυτή την έννοια ο καπιταλισμός είναι ιστορικά ξεπερασμένος από την εποχή του Κομμουνιστικού Μανιφέστου. Παρ’ όλα αυτά ζει και βασιλεύει. Αυτό και μόνο το γεγονός αρκεί για να διαπιστώσουμε πως όταν ο Γ. Μαρίνος και η ηγετική ομάδα του ΚΚΕ λένε πως ο καπιταλισμός ξεπεράστηκε ιστορικά, ούτε τίποτα καινούργιο λένε, ούτε προσφέρουν κάποια υπηρεσία στο επαναστατικό κίνημα. Ότι ο καπιταλισμός ξεπεράστηκε ιστορικά οι κομμουνιστές το ξέρουν από την εποχή του Μαρξ και δεν μπήκαν καθόλου στον κόπο να καταναλώσουν φαιά ουσία για να το διαπιστώνουν και να το διακηρύσσουν με κάθε ευκαιρία. Το πρόβλημά των κομμουνιστών δεν ήταν και δεν βρίσκεται στον ιστορικά ξεπερασμένο καπιταλισμό αλλά στο πώς αυτός ξεπερνιέται πολιτικά. Στην διαμόρφωση, δηλαδή, εκείνης της πολιτικής που θα συγκεντρώνει δυνάμεις στην κατεύθυνση της ανατροπής του καπιταλιστικού συστήματος. Το πρόβλημα αυτό, τόσο ο Γ. Μαρίνος όσο και η ηγετική ομάδα του ΚΚΕ δεν μπορούν να το αποφύγουν. Το απαντούν όμως με τόσο απλοϊκό τρόπο που καταλήγουν να το εκχυδαΐζουν. Λένε: Αφού ο καπιταλισμός είναι ξεπερασμένος ιστορικά, η μόνη απάντηση είναι ο σοσιαλισμός, η πάλη για τον σοσιαλισμό. Αν ήταν τόσο απλό το ζήτημα, θα είχε λυθεί από τον 19ο αιώνα. Εκτός κι αν πιστέψουμε πως τα τελευταία 160 χρόνια, γενιές και γενιές επαναστατών ήταν παντελώς ανίκανοι να αντιληφθούν ένα τόσο απλό πράγμα, το οποίο, όμως, κατά ένα ανεξήγητο τρόπο, ως επιφοίτηση του αγίου πνεύματος αντιλήφθηκε μόνο η σημερινή ηγετική ομάδα του ΚΚΕ .

Από πολιτική άποψη, από την σκοπιά της συγκέντρωσης των μαζών, ο τρόπος με τον οποίο η ηγετική ομάδα του ΚΚΕ απαντάει στο πρόβλημα μοιάζει κάπως έτσι: Ένας άνεργος εξιστορεί τα βάσανά του, μιλάει με πόνο και οργή ότι αντιμετωπίζει πρόβλημα επιβίωσης κι ότι δεν βλέπει καμία προοπτική στον ορίζοντα. Ζητάει λύση. Τι του απαντούν οι πούροι επαναστάτες της ηγεσίας του ΚΚΕ; «Πρέπει να αγωνιστείς για τον σοσιαλισμό φίλε μου. Μόνο εκεί θα λύσεις οριστικά το πρόβλημά σου». Σε τέτοιου είδους πολιτικό πρωτογονισμό-που στ’ αυτιά των απλών ανθρώπων γίνεται αντιληπτός ως κοινωνική αναλγησία αφού μοιάζει να ως αδιαφορία για τις άμεσες ανάγκες επιβίωσή τους- οδηγεί η απλή πολιτική εξίσωση που λέει πως η απάντηση στον ιστορικά ξεπερασμένο καπιταλισμό είναι η πάλη για τον σοσιαλισμό. Το πρόβλημα των μαζών που αντιμετωπίζουν τα δεινά του καπιταλισμού- και μάλιστα ενός καπιταλισμού σε κρίση-δεν είναι ο σοσιαλισμός. Αυτός υπάρχει μόνο στη σκέψη και στο πρόγραμμα των πολιτικών πρωτοποριών και στα πιο πρωτοπόρα τμήματα των λαϊκών στρωμάτων, του προλεταριάτου και των διανοουμένων, δηλαδή σε μια πολύ μικρή μειοψηφία που διαμορφώνει πολιτική συμπεριφορά με τη θεωρία και τα πορίσματα των επιστημών. Οι πλατιές μάζες ποτέ δεν συνειδητοποιούν την πραγματικότητα και ποτέ δεν κινητοποιούνται μ’ αυτό τον τρόπο. Πρόβλημα γι’ αυτές είναι τα δεινά που βιώνουν, στα οποία αναζητούν τρόπους λύσης που υπαγορεύονται από την ίδια τους την πείρα. Σ’ αυτή την πείρα δεν υπάρχει ούτε η επανάσταση, ούτε ο σοσιαλισμός. Αν όσοι βλέπουν τα πράγματα με τον τρόπο που τα βλέπει η ηγετική ομάδα του ΚΚΕ έμπαιναν στον κόπο να μελετήσουν λίγο την ιστορία όλων των επαναστάσεων, θα διαπίστωναν πως καμία επανάσταση στην ιστορία δεν έγινε με αίτημα ένα άλλο κοινωνικό σύστημα. Θα διαπίστωναν ακόμη πως οι πλατιές μάζες, αυτές δηλαδή που έκαναν την επανάσταση -και χωρίς τις οποίες καμία επανάσταση δεν θα γινόταν- ποτέ δεν συγκινήθηκαν από τη θεωρία, πόσο μάλλον από συνθήματα και απλοϊκές πολιτικές εξισώσεις πρώτου βαθμού που κακοποιούν βάναυσα τη θεωρία. Οι μάζες αγωνίζονται για να αντιμετωπίσουν τα ζωτικά τους προβλήματα και να καλυτερέψουν τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ζουν χωρίς να πολυνοιάζονται αν αυτό μπορεί να πραγματοποιηθεί με το υπάρχον κοινωνικό σύστημα ή με ένα καινούργιο. Στο πλαίσιο αυτό και μέσα από αυτά που αντιλαμβάνονται από την ίδια τους την πείρα συνειδητοποιούν την ανάγκη πράξεων και δράσεων που οδηγούν στο ιστορικό άλμα. «Οι καθυστερημένες μάζες -έλεγε ο Λένιν μιλώντας στο 2ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς- δεν πείθονται με τη θεωρία, χρειάζεται να πειστούν με την πείρα». Και πρόσθετε: «Η ιστορία της ρώσικης επανάστασης έδειξε καθαρά πως οι πλατιές μάζες της εργατικής τάξης, της αγροτιάς των μικροϋπαλλήλων δεν θα ήταν δυνατό να πειστούν με οποιοδήποτε επιχειρήματα, αν δεν πείθονταν με την ίδια τους την πείρα» (Άπαντα, τόμος 41, σελ. 256, 258) .

Ο Λένιν για τον ιστορικά ξεπερασμένο καπιταλισμό

Στους αντιπροσώπους του 2ου Συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς, το 1920, μοιράστηκαν δύο βιβλία που θεωρούνταν σημαντικά για την εκπαίδευση των νεαρών κομμουνιστικών κομμάτων και των στελεχών τους. Το ένα ήταν «Ο Αριστερισμός Παιδική Αρρώστια του Κομμουνισμού» του Λένιν και το άλλο «Τρομοκρατία και Κομμουνισμός» του Τρότσκι. Το βιβλίο του Λένιν διαπαιδαγώγησε, από τότε, γενιές και γενιές επαναστατών αλλά η σημερινή ηγεσία του ΚΚΕ φαίνεται πως το έχει βάλει στο πιο ψηλό ράφι της βιβλιοθήκης της και όταν χρειάζεται να το συμβουλευτεί δεν φτάνει να το κατεβάσει. Είναι ένα βιβλίο που συμπυκνώνει όλα τα διδάγματα της νικηφόρας πορείας του μπολσεβικισμού κι ήρθε να αντιμετωπίσει μια παρεκτροπή στο διεθνές επαναστατικό κίνημα που από τότε -όποτε και με όποιο τρόπο εμφανίζεται- το απειλεί με πλήρη απομόνωση από τις μάζες. Ο αριστερός δογματισμός εκείνης της εποχής, ο αριστερισμός, όπως πέρασε στην επαναστατική φιλολογία, ξεκινώντας από θέσεις του είδους ότι ο καπιταλισμός και οι μορφές αντιπροσώπευσης και διακυβέρνησής του, όπως ο κοινοβουλευτισμός, έχουν ξεπεραστεί ιστορικά, ότι τα συνδικάτα είναι αντιδραστικά και εμπόδιο στην επανάσταση, κατέληγε σε συμπεράσματα που οδηγούσαν στην άρνηση της πάλης για μεταρρυθμίσεις, στην άρνηση της συμμετοχής στο κοινοβούλιο, στην άρνηση της συμμετοχής στα αντιδραστικά συνδικάτα, στην άρνηση της κομματικής ηγεσίας και των αρχηγών, στην προώθηση νέων μορφών εξουσίας όπως τα σοβιέτ κ.ο.κ.

Οι αριστεροί γερμανοί κομμουνιστές -μια ομάδα τότε στο γερμανικό κομμουνιστικό κόμμα- πρότασσαν την εξής θέση: «να αποκρούσουμε με όλη την αποφασιστικότητα κάθε επιστροφή στις ιστορικά και πολιτικά ξεπερασμένες μορφές του κοινοβουλευτικού αγώνα». Ο Λένιν απαντούσε: «Ο κοινοβουλευτισμός ‘‘ιστορικά έχει ξεπεραστεί’’ Αυτό είναι σωστό με την έννοια της προπαγάνδας. Ο καθένας όμως ξέρει πώς απ’ αυτού ως το ξεπέρασμα του κοινοβουλευτισμού στην πράξη υπάρχει ακόμη μεγάλη απόσταση. Για τον καπιταλισμό θα μπορούσε ακόμη πριν πολλές δεκαετίες και με απόλυτο δίκιο να ειπωθεί ότι ‘‘ιστορικά έχει ξεπεραστεί’’, αυτό όμως δεν παραμερίζει καθόλου την ανάγκη μιας μακρόχρονης και πολύ επίμονης πάλης πάνω στο έδαφος του καπιταλισμού. Ο κοινοβουλευτισμός ‘‘ιστορικά έχει ξεπεραστεί’’από παγκόσμια-ιστορική άποψη, δηλαδή έληξε η εποχή του αστικού κοινοβουλευτισμού και άρχισε η εποχή της δικτατορίας του προλεταριάτου. Αυτό είναι αναμφισβήτητο. Η παγκόσμια-ιστορική όμως κλίμακα μετριέται με δεκαετίες. Δέκα ή είκοσι χρόνια νωρίτερα ή αργότερα, αυτό δεν έχει καμιά σημασία από παγκόσμια- ιστορική άποψη, αυτό, από την άποψη της παγκόσμιας ιστορίας, είναι μια μικρολεπτομέρεια που δεν μπορεί να υπολογιστεί ούτε κατά προσέγγιση. Μα γι’ αυτό ακριβώς το να καταφεύγει κανείς στην παγκόσμια- ιστορική κλίμακα στα ζητήματα της πρακτικής πολιτικής είναι πολύ μεγάλο θεωρητικό λάθος» (Λένιν: «Ο αριστερισμός παιδική αρρώστια του κομμουνισμού», άπαντα, τόμος 41, σελ. 39-40).

Ας δούμε με μεγαλύτερη προσοχή αυτό που λέει ο Λένιν: Όταν λέμε ότι ένα κοινωνικό σύστημα ή ένα σύστημα διακυβέρνησης  έχει ξεπεραστεί ιστορικά, αυτό είναι σωστό μόνο ως προπαγάνδα. Η έννοια του ιστορικού ξεπεράσματος αφορά το πέρασμα από μία ιστορική εποχή σε μια άλλη ιστορική εποχή κι έχει αξία μόνο όταν μια τέτοια διαπίστωση την αντιλαμβανόμαστε σε παγκόσμια ιστορική κλίμακα. Μπορούμε για παράδειγμα να πούμε ότι εδώ και πάνω από έναν αιώνα έχει αρχίσει η εποχή του περάσματος στο σοσιαλισμό, η εποχή της δικτατορίας του προλεταριάτου αλλά αυτό δεν ίσχυε σε κάθε στιγμή αυτής της υπερεκατονταετίας για κάθε χώρα και για κάθε γωνιά του πλανήτη. Επίσης, το σημείο εκκίνησης της εποχής της δικτατορίας του προλεταριάτου, από οικονομική και πολιτική άποψη δεν ήταν το ίδιο -και δεν είναι ούτε σήμερα το ίδιο- για κάθε χώρα. Μια ιστορική εποχή -επειδή ακριβώς αφορά στην παγκόσμια ιστορική κλίμακα- μετριέται με δεκαετίες. Κι αν ληφθούν υπόψη τα πισωγυρίσματα της ιστορίας στο τέλος του 20ου αιώνα, μετριέται ακόμη και με αιώνες. Κανείς δεν μπορεί να υπολογίσει, ούτε κατά προσέγγιση το σημείο έναρξης και λήξης της νέας εποχής, το οριστικό ξεπέρασμα της προηγούμενης. Συνεπώς, είναι πολύ μεγάλο θεωρητικό λάθος να καταφεύγει κανείς στον ιστορικό χρόνο που χαρακτηρίζει μια εποχή για να ορίσει τα ζητήματα της πρακτικής πολιτικής που πρέπει να ακολουθήσει. Όχι μόνο γιατί η ιστορική εποχή, το ιστορικό προτσές δεν εκφράζεται και δεν εξειδικεύεται το ίδιο σε κάθε χώρα χωριστά αλλά και γιατί τα πρακτικά πολιτικά ζητήματα, η πολιτική τακτική, δεν καθορίζονται παρά μόνο πολύ γενικά από τον χαρακτήρα της εποχής. Το να λες «είμαστε στην εποχή της σοσιαλιστικής επανάστασης,-άρα βάζουμε άμεσο καθήκον τη σοσιαλιστική επανάσταση», στην γενική, στην ιστορική του, έκφραση δεν είναι λάθος ως σύνθημα. Η πολιτική πρακτική όμως, δηλαδή η πολιτική τακτική είναι πολύ συγκεκριμένο ζήτημα που δεν μπορεί να βασίζεται στο ιστορικά γενικό -αν και πρέπει να το υπηρετεί- αλλά στο πολιτικά συγκεκριμένο και στο πολιτικά ειδικό, δηλαδή στην δοσμένη κάθε φορά πραγματική κατάσταση μιας χώρας. Κι αυτή η κατάσταση ορίζεται: α) από το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων της χώρας β) από τη θέση της στον παγκόσμιο καπιταλισμό λόγω του επιπέδου ανάπτυξης των παραγωγικών της δυνάμεων, γ) από τις σχέσεις της με άλλες χώρες δηλαδή από την γεωπολιτική της θέση, δ) από τις εθνικές της ιδιομορφίες, ε) από την κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι αντιμαχόμενες τάξεις, στ) από την γενικότερη κατάσταση του παγκόσμιου εργατικού κινήματος. «Η τακτική -έλεγε ο Λένιν- πρέπει να χτίζεται πάνω σ’ έναν ψύχραιμο, αυστηρά αντικειμενικό υπολογισμό όλων των ταξικών δυνάμεων στο δοσμένο κράτος (και στα κράτη που το περιβάλλουν και σε όλα τα κράτη σε παγκόσμιο κλίμακα) καθώς και πάνω στον υπολογισμό της πείρας του επαναστατικών κινημάτων» (στο ίδιο, σελ. 47).

Αν η ιστορική εποχή ήταν αυτή που καθόριζε τα πρακτικά πολιτικά καθήκοντα τότε αυτά τα καθήκοντα θα ήταν ίδια σε όλες τις χώρες, σε όλα τα επαναστατικά κόμματα, σε όλα τα εθνικά εργατικά κι επαναστατικά κινήματα. Αλλά, αυτό είναι παντελώς ανόητο ακόμη και να το σκεφτεί κανείς.

Το κύριο για ένα πραγματικά μαρξιστικό κόμμα δεν είναι να ανακαλύπτει γενικότητες, πραγματικές ή φανταστικές, για να βρει μια αντιστοίχηση της πρακτικής του δράσης στα ιστορικά του καθήκοντα. Το κύριο δεν είναι απλά να διαπιστώνει την αντικειμενική πραγματικότητα. Αυτή υπάρχει ανεξάρτητα από το ίδιο και χωρίς το ίδιο. Το φλέγον ζήτημα για ένα επαναστατικό κόμμα είναι να αναλύει την πραγματικότητα, να την μελετάει σε βάθος, να αντιλαμβάνεται έγκαιρα τις μεταβολές της και να δρα αναλόγως. Μόνο έτσι μπορεί να ανταποκριθεί σε ό,τι επιτάσσει η ιστορική εποχή. Αν έτσι σκεφτόταν η ηγεσία του ΚΚΕ, θα είχε καταλάβει ότι ο καπιταλισμός είναι μόνο ιστορικά ξεπερασμένος. Όχι πολιτικά. Κι όσο δεν ξεπερνιέται πολιτικά δεν πρόκειται να πέσει. Δεν πρόκειται να νικηθεί. Όποιος δεν θέλει να το αντιληφθεί αυτό απλά δεν θέλει να αγωνιστεί κατά του καπιταλισμού. Κρύβεται, με μπόλικη επαναστατική λογοκοπία, πίσω από την αντικειμενική πραγματικότητα που δεν δημιουργήθηκε απ’ αυτόν για να μην κάνει ποτέ το καθήκον του, για να μην κάνει ό,τι εξαρτάται από αυτόν, για να μην δημιουργήσει ποτέ τις υποκειμενικές προϋποθέσεις της κοινωνικής αλλαγής. Το ίδιο ακριβώς θα έκανε κι εκείνος που από πρόθεση θα ήθελε να απομονώσει ένα επαναστατικό κόμμα από τις μάζες, να το οδηγήσει στη χρεοκοπία.

Η πολιτική συμμαχιών και ο μαρξισμός- λενινισμός

Η θέση της ηγετικής ομάδας του ΚΚΕ -και του Γ. Μαρίνου- πως το άμεσο πρακτικό πολιτικό καθήκον είναι ο σοσιαλισμός επειδή ο καπιταλισμός είναι ιστορικά ξεπερασμένος, διαμορφώνει και την αντίληψή της για την πολιτική των συμμαχιών. «Η πολιτική των συμμαχιών -γράφει ο Γ. Μαρίνος- είναι πολιτική στρατηγικής σημασίας, καθορίζεται από τη βασική, στρατηγική γραμμή και αυτό είναι πολύ σημαντικό στοιχείο που απαιτεί επαναστατική συνέπεια. Κάθε παρέκκλιση από αυτό το καθήκον στο όνομα ελιγμών, πρόσκαιρων εκλογικών κερδών κ.λπ. σε φέρνει πίσω, ακυρώνει ό,τι κατέκτησε το Κομμουνιστικό Κόμμα την προηγούμενη περίοδο, βάζει σε κίνδυνο την ίδια την επαναστατική σου ύπαρξη». Με άλλα λόγια εδώ διατυπώνεται η θέση πως το ΚΚΕ συμμαχεί μόνο με εκείνες τις πολιτικές δυνάμεις που παλεύουν για τον Σοσιαλισμό και συμφωνούν με την βασική στρατηγική γραμμή του κόμματος. Οτιδήποτε άλλο απορρίπτεται γιατί οδηγεί το κόμμα πίσω, ακυρώνει ότι αυτό κατέκτησε την προηγούμενη περίοδο βάζει σε κίνδυνο την επαναστατική του ύπαρξη!!! Ένας τέτοιος ορισμός της πολιτικής των συμμαχιών οδηγεί αυτονόητα στο συμπέρασμα πως το ΚΚΕ συμμαχεί μόνο με τον εαυτό του, δηλαδή δεν συμμαχεί με κανέναν. Θα άξιζε, όμως, τον κόπο να μας έλεγε ο Γ. Μαρίνος πώς αυτό το αξίωμα διαβάζεται με βάση τα στοιχεία των εκλογικών αναμετρήσεων του Μαΐου και του Ιουνίου του 2012; Τον Μάιο το ΚΚΕ πήρε το 8,48% του εκλογικού σώματος και τον Ιούνιο το 4,5%. Τί ακριβώς δεν ακυρώθηκε από τις προηγούμενες κατακτήσεις του μέσα στις μάζες όταν σε ένα μήνα έχασε την μισή εκλογική του δύναμη; Σε τι ακριβώς ωφελήθηκε το κόμμα από την άρνησή της ηγεσίας του να έχει μια στοιχειώδη πολιτική συμμαχιών που να υποχρεώνει τις άλλες πολιτικές δυνάμεις στο χώρο της ευρύτερης αριστεράς να πάρουν θέση, να στριμώχνονται και να αποκαλύπτονται; Κανείς δεν ζήτησε από το ΚΚΕ να συμμαχεί με όποιον βρίσκει μπροστά του. Κανείς, επίσης, δεν είναι ηλίθιος ώστε να μην καταλαβαίνει πως το ΚΚΕ στις πρόσφατες εκλογικές αναμετρήσεις λεηλατήθηκε από την πολιτική συμμαχιών -προσχηματική ή όχι δεν έχει σημασία- του ΣΥΡΙΖΑ γιατί απέναντι σε αυτή την πολιτική δεν είχε τίποτα το αντίστοιχο και τίποτα το αξιόπιστο να αντιτάξει. Ήταν αυτό υπεράσπιση της επαναστατικής ύπαρξης του κόμματος;

Η πολιτική συμμαχιών είναι ένα από τα κεφαλαιώδη ζητήματα της θεωρίας του Μαρξισμού-Λενινισμού για το κόμμα της εργατικής τάξης. Κι αυτή τη θεωρία οι ηγέτες του ΚΚΕ την αρνούνται από την αρχή ως το τέλος για να υιοθετήσουν μιαν άλλη με την οποία οι κλασσικοί του μαρξισμού ήταν σε ανειρήνευτη πάλη. Τι είναι όμως οι συμμαχίες; Οι συμμαχίες είτε αναφέρονται σε κοινωνικές δυνάμεις είτε σε πολιτικά κόμματα είναι ένας συμβιβασμός. Όταν τις εξετάζουμε σε κοινωνικό επίπεδο, στο επίπεδο των κοινωνικών αγώνων κι ακόμη περισσότερο στο επίπεδο των κοινωνικών συστημάτων, οι κοινωνικές συμμαχίες είναι πάντοτε αναγκαστικές. Προκύπτουν από την αντικειμενική πραγματικότητα της κοινωνικής διάρθρωσης που διαμορφώνει ένα σύστημα παραγωγής. Οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, για παράδειγμα, δίπλα στη μεγάλη καπιταλιστική παραγωγή δημιουργούν και την μικρή, δίπλα στην πολυεθνική εταιρεία δημιουργούν και τη εθνική ή την τοπική, δίπλα στον μεγαλοϊδιοκτήτη δημιουργούν και τον μικροϊδιοκτήτη, δίπλα στον μεγαλοκαπιταλιστή δημιουργούν και τον μικροκαπιταλιστή, μαζί με τον μεγαλοαστό γεννούν και τον μικροαστό. Καθαρός καπιταλισμός με την έννοια της ύπαρξης μόνο της μονοπωλιακής αστικής τάξης και του προλεταριάτου δεν υπάρχει. Ανάμεσα στην αστική και στην εργατική τάξη υπάρχει ένα πλήθος μεσαίων στρωμάτων που κινείται ανάμεσα στη μία και στην άλλη πλευρά. Ταυτόχρονα οι ίδιες οι βασικές τάξεις του καπιταλιστικού συστήματος, δηλαδή η αστική και η εργατική τάξη, δεν είναι ενιαίες. Η κάθε μια διακρίνεται στο εσωτερικό της από μια πλατιά διαστρωμάτωση. Στο πλαίσιο αυτό, η ταξική κυριαρχία είναι αδύνατη για την ανώτερη τάξη αν δεν λάβει υπόψη της αυτή την κοινωνική πολυμορφία και δεν επιχειρήσει να την εκφράσει. Η αστική τάξη κυριαρχεί οικονομικά και πολιτικά και είναι ηγέτιδα τάξη του έθνους γιατί είναι υποχρεωμένη και καταφέρνει να δημιουργεί μια ευρύτερη κοινωνική συμμαχία γύρω της στη βάση του γενικού ταξικού και του ιδιαίτερου κοινωνικού συμφέροντος. Το ίδιο οφείλει να κάνει και η εργατική τάξη αν θέλει να πάρει την εξουσία. Για να αναδειχτεί σε ηγέτιδα τάξη του έθνους είναι υποχρεωμένη να συγκεντρώσει γύρω της την πλειοψηφία του λαού, δηλαδή να ενώσει τις δικές της δυνάμεις και να τραβήξει με το μέρος της τα μεσαία και κατώτερα μικροαστικά στρώματα.

Αν οι κοινωνικές συμμαχίες είναι αναγκαστικές και στρατηγικού χαρακτήρα γιατί αφορούν στην διατήρηση ή στην υπέρβαση ενός κοινωνικού συστήματος και στην οικοδόμηση ενός άλλου, οι πολιτικές συμμαχίες είναι αναγκαστικοί ή ηθελημένοι συμβιβασμοί που αφορούν κατά κύριο λόγο στην τακτική. Μέσω αυτών των συμβιβασμών ένα κόμμα επιδιώκει να ενισχύσει τις θέσεις του, τη δύναμη του, να πετύχει ορισμένους στόχους του, να αποκρούσει την πίεση του αντιπάλου του κι άλλοτε να μετριάσει στο μέγιστο δυνατό βαθμό τις απώλειες μπροστά στο ενδεχόμενο μιας ήττας. Οι πολιτικές συμμαχίες αποκτούν στρατηγικό χαρακτήρα μόνο όταν η επανάσταση είναι προ των πυλών ενώ σε μη επαναστατικές εποχές εξυπηρετούν τη στρατηγική μόνο με την έννοια ότι το κόμμα καταφέρνει να δώσει με επιτυχία μια μάχη δυναμώνοντας, σταθεροποιώντας τη θέση του, αποφεύγοντας μια σοβαρή ήττα, ελαχιστοποιώντας τις συνέπειές της, αποφεύγοντας μια συντριβή. Κι αυτό διότι κανένας, σε μια μη επαναστατική εποχή, δεν μπορεί να προκαθορίσει ότι θα συμμαχήσει με ένα άλλο κόμμα κι αυτή η συμμαχία θα φτάσει ως την επανάσταση.

«Συμβιβασμός ονομάζεται στην πολιτική -έγραφε ο Λένιν- η παραίτηση κάποιου από ορισμένες διεκδικήσεις, η παραίτησή του από ένα μέρος των διεκδικήσεών του, σαν αποτέλεσμα συμφωνίας με άλλο κόμμα». Και πρόσθετε: «Το καθήκον ενός αληθινά επαναστατικού κόμματος συνίσταται όχι στο να διακηρύττει πως είναι αδύνατο να παραιτηθεί από κάθε συμβιβασμό, αλλά στο να ξέρει να διατηρεί μέσω όλων αυτών των συμβιβασμών, στο βαθμό που είναι αναπόφευκτοι, την πίστη στις αρχές του, στην τάξη του, στο επαναστατικό του καθήκον, στο έργο του της προετοιμασίας της επανάστασης και της διαπαιδαγώγησης των λαϊκών μαζών για τη νίκη της επανάστασης» (Λένιν: Για τους συμβιβασμούς, Άπαντα, τόμος 34, σελ. 133).

Η άρνηση των συμβιβασμών είναι μια πολύ παλιά ιστορία στο επαναστατικό κίνημα και δεν την βρίσκουμε πρώτη φορά στη σημερινή πολιτική πρακτική της ηγεσίας του ΚΚΕ. Αντίθετα, η ηγετική ομάδα του κόμματος γεμίζει τα κεφάλια των κομμουνιστών, ιδιαίτερα των νέων που δεν έχουν γνώσεις και πείρα, με ότι πιο καταρρακωμένο και πιο χρεοκοπημένο υπάρχει στην ιστορία του επαναστατικού κινήματος -δηλαδή με πολιτικά και θεωρητικά απορρίμματα της ιστορίας- αρκεί αυτό να δημιουργεί την εντύπωση πως συνιστά μια ασυμβίβαστη επαναστατική συμπεριφορά. Λες και υπάρχει κάποιος νοσηρός εγκέφαλος, με βαθιά γνώση της ιστορίας του επαναστατικού κινήματος, που επιλέγει, επαναφέρει και εισάγει στην κομματική πολιτική, με μεγάλη προσοχή, εκείνα τα αποτυχημένα ιστορικά παραδείγματα πολιτικής πράξης που θα κάνουν την μεγαλύτερη ζημιά.

Ένα κλασικό παράδειγμα άρνησης κάθε συμβιβασμού -που βρήκε σφόδρα πολέμιο τον Ένγκελς- βρίσκουμε στους μπλανκιστές κομμουνάρους. Το παράδειγμα αυτό και την απάντηση του Ένγκελς, πρόταξε ο Λένιν στο σχετικό κεφάλαιο της μπροσούρας του για τον αριστερισμό για να απαντήσει στους γερμανούς αριστερούς κομμουνιστές που έλεγαν ακριβώς τα ίδια.

Οι 33 κομμουνάροι-μπλανκιστές έλεγαν στην διακήρυξή τους «…Είμαστε κομμουνιστές γιατί θέλουμε να φτάσουμε στο σκοπό μας, χωρίς να σταματήσουμε σε ενδιάμεσους σταθμούς, χωρίς να κάνουμε συμβιβασμούς, που απλώς απομακρύνουν την ημέρα της νίκης και παρατείνουν την περίοδο της σκλαβιάς».

Κι ο Ένγκελς απαντούσε στα 1874: «Οι γερμανοί κομμουνιστές είναι κομμουνιστές, γιατί μέσα από όλους τους ενδιάμεσους σταθμούς και συμβιβασμούς, που δεν τους δημιούργησαν αυτοί, αλλά η πορεία της ιστορικής εξέλιξης, βλέπουν καθαρά και αποδιώκουν συνεχώς τον τελικό σκοπό, δηλαδή την εξαφάνιση των τάξεων και τη δημιουργία ενός κοινωνικού καθεστώτος, όπου δεν θα υπάρχει πια θέση για την ατομική ιδιοκτησία στη γη και σε όλα τα μέσα παραγωγής. Οι 33 μπλανκιστές είναι κομμουνιστές, γιατί φαντάζονται πως, μια που αυτοί θέλουν να υπερπηδήσουν τους ενδιάμεσους σταθμούς και τούς συμβιβασμούς, η δουλειά πάει πρίμα και πως, αν ‘‘αρχίσει’’ αυτές τις μέρες- πράγμα που το πιστεύουν απόλυτα- και η εξουσία περάσει στα χέρια τους, τότε μεθαύριο ‘‘θα εφαρμοστεί κιόλας ο κομμουνισμός’’. Συνεπώς, αν δεν μπορούν να το κάνουν αυτό αμέσως, τότε θα πει πως δεν είναι κομμουνιστές. Τι παιδική αφέλεια να προβάλλεις την ατομική σου ανυπομονησία σαν θεωρητικό επιχείρημα!».

Πάνω σ’ αυτή την κριτική του Ένγκελς ο Λένιν πρόσθετε τους δικούς του συλλογισμούς προσδιορίζοντας επακριβώς από ποιους προέρχεται αυτή η άρνηση συμβιβασμών αλλά και το αντίθετο: η αποδοχή οποιουδήποτε συμβιβασμού. Έγραφε: «Βέβαια, στους πολύ νεαρούς και άπειρους επαναστάτες, καθώς και στους μικροαστούς επαναστάτες πολύ σεβάσμιας ηλικίας και πολύ έμπειρους, φαίνεται εξαιρετικά ‘‘επικίνδυνο’’, ακατανόητο και λαθεμένο ‘‘να επιτρέπονται οι συμβιβασμοί’’. Και πολλοί σοφιστές (πού είναι υπερβολικά ή εξαιρετικά ‘‘έμπειροι’’ πολιτικάντηδες) συλλογίζονται ακριβώς όπως και οι άγγλοι ηγέτες του οπορτουνισμού, που τους αναφέρει ό σύντροφος Λάνσμπερι: ‘‘εφόσον στους μπολσεβίκους επιτρέπεται ένας τέτοιος συμβιβασμός, γιατί να μην επιτρέπονται και σε μάς οποιοιδήποτε συμβιβασμοί;». Οι προλετάριοι όμως πού έχουν διαπαιδαγωγηθεί σε επανειλημμένες απεργίες (για να πάρουμε μόνο αύτη την εκδήλωση της ταξικής πάλης) συνήθως αφομοιώνουν περίφημα την πολύ βαθιά (φιλοσοφική, ιστορική, πολιτική, ψυχολογική) αλήθεια πού διατύπωσε ο Ένγκελς. Κάθε προλετάριος έχει πάρει μέρος σε απεργίες, έχει δοκιμάσει τους ‘‘συμβιβασμούς’’ με τούς μισητούς καταπιεστές και εκμεταλλευτές, όταν οι εργάτες ήταν υποχρεωμένοι να ξαναπιάσουν δουλειά ή χωρίς να έχουν πετύχει τίποτε, ή συμφωνώντας με μια μερική ικανοποίηση των διεκδικήσεών τους. Ο κάθε προλετάριος, χάρη στις συνθήκες της μαζικής πάλης και της βαθιάς όξυνσης των ταξικών αντιθέσεων μέσα στις όποιες ζει, παρατηρεί τη διαφορά ανάμεσα στο συμβιβασμό πού επιβάλλεται από τις αντικειμενικές συνθήκες (το απεργιακό ταμείο είναι φτωχό, οι απεργοί δεν παίρνουν βοήθεια απ’ έξω, έχουν πεινάσει και βασανιστεί ως εκεί πού δεν παίρνει) -που δεν μειώνει καθόλου την επαναστατική αφοσίωση και τη θέληση για παραπέρα αγώνα των εργατών που έκλεισαν έναν τέτοιο συμβιβασμό-  και από το άλλο μέρος, το συμβιβασμό των προδοτών πού φορτώνουν στις αντικειμενικές συνθήκες το φιλοτομαρισμό τους (και οι απεργοσπάστες κλείνουν ‘‘συμβιβασμούς’’!), τη δειλία τους, την επιθυμία τους να εξυπηρετήσουν τούς καπιταλιστές, την υποχωρητικότητά τους απέναντι στους εκφοβισμούς, κάποτε απέναντι στις νουθεσίες, κάποτε απέναντι στις ελεημοσύνες και κάποτε απέναντι στις κολακείες των καπιταλιστών (τέτοιους συμβιβασμούς προδοτών βλέπουμε πάρα πολλούς στην ιστορία του αγγλικού εργατικού κινήματος από την πλευρά των αρχηγών των αγγλικών τρέιντγιούνιον, όμως σχεδόν όλοι οι εργάτες έχουν δει σε όλες τις χώρες ανάλογα φαινόμενα με τη μία ή την άλλη μορφή)» (Λένιν: «Ο Αριστερισμός Παιδική Αρρώστια του Κομμουνισμού», Άπαντα, τόμος 41, σελ. 50- 52) .

Οι συμβιβασμοί από άποψη αρχών

Απ’ όσα ήδη αναφέραμε γίνεται ξεκάθαρο πως η άρνηση των συμβιβασμών, η άρνηση μιας πολιτικής συμμαχιών στην πολιτική πρακτική ενός κομμουνιστικού κόμματος δεν είναι επαναστατική δεν είναι κομμουνιστική δεν είναι μαρξιστική-λενινιστική πολιτική. Είναι η άρνησή τους. Τίθεται βεβαίως το ερώτημα: Μπορεί ένας συμβιβασμός να γυρίσει ανάποδα κι εκεί που περιμένεις να έχεις οφέλη ή τουλάχιστον όχι απώλειες τελικά να χαντακωθείς; Ασφαλώς και τέτοιος κίνδυνος υπάρχει. Εκείνος όμως που έχει αναλάβει την ηγεσία ενός κομμουνιστικού κόμματος δεν μπορεί να προτάσσει έναν τέτοιο κίνδυνο για να αρνείται τους συμβιβασμούς. Στο κάτω-κάτω, εδώ είναι που αποδεικνύει αν αξίζει για ηγέτης. Η πολιτική έχει κινδύνους και οι πολιτικές κινήσεις εμπεριέχουν ως ένα βαθμό το ρίσκο γιατί κανείς δεν μπορεί να προβλέψει το αύριο με απόλυτη ακρίβεια. Συνεπώς, το να παραιτείσαι από πολιτικές κινήσεις και δράσεις -που είναι αναγκαίες και σχεδόν καθημερινό ζήτημα, όπως η πολιτική των συμμαχιών- στο όνομα του κινδύνου που εμπεριέχουν δεν είναι συμπεριφορά φρόνιμου ηγέτη. Είναι το λιγότερο δειλία και το περισσότερο υστεροβουλία να σκέφτεσαι πως: «Για να κρατήσω τη θέση μου ως ηγέτης κάνω τα δύσκολα εύκολα. Αποφεύγω να δοκιμαστώ ως ηγέτης, στις δύσκολες, στις περίπλοκες και αβέβαιες καταστάσεις. Κόβω λάσπη σε κάθε δοκιμασία και πείθω τους υπόλοιπους με θεωρητικές ανοησίες -πατώντας πάνω στην απειρία και στην άγνοιά τους- πως έτσι είναι σωστό να γίνει για το συμφέρον της επανάστασης»!!!

Οι συμμαχίες, δηλαδή οι συμβιβασμοί είναι μια αναγκαιότητα άλλοτε υποχρεωτική και άλλοτε ηθελημένη και σχεδιασμένη που σε κάθε περίπτωση πρέπει να υπηρετεί την επανάσταση. Και μπορεί να την υπηρετεί με τον τρόπο που ο Λένιν υπέδειξε:

«Να κάνεις πόλεμο -έλεγε- για την ανατροπή της διεθνούς αστικής τάξης, πόλεμο εκατό φορές πιο δύσκολο, πιο μακρόχρονο και πιο περίπλοκο από ό,τι ο πεισματωδέστερος από τους συνηθισμένους πολέμους ανάμεσα στα κράτη και να παραιτείσαι προκαταβολικά από τους ελιγμούς, από την εκμετάλλευση της αντίθεσης των συμφερόντων (έστω και προσωρινής) μεταξύ των εχθρών, από τις συμφωνίες και τούς συμβιβασμούς με τούς ενδεχόμενους (έστω και προσωρινούς, ασταθείς, ταλαντευόμενους, συμβατικούς) συμμάχους, δεν είναι πράγμα σε αφάνταστο βαθμό γελοίο; Δεν είναι σαν να αρνιόμασταν προκαταβολικά σε μια δύσκολη ανάβαση σε ένα ανεξερεύνητο και απάτητο ακόμη βουνό να κάνουμε κάποτε ζικ-ζακ, να γυρίζουμε κάποτε πίσω, να εγκαταλείπουμε την κατεύθυνση πού είχαμε πάρει στην αρχή και να δοκιμάσουμε μια διαφορετική κατεύθυνση;…. Μπορείς να νικήσεις έναν πιο ισχυρό αντίπαλο, μόνο εντείνοντας στο            έπακρο τις δυνάμεις και χρησιμοποιώντας υποχρεωτικά, με την πιο μεγάλη επιμέλεια, φροντίδα, προσοχή και επιδεξιότητα κάθε, έστω και την ελάχιστη, ‘‘ρωγμή’’ ανάμεσα στους εχθρούς, κάθε αντίθεση συμφερόντων ανάμεσα στην αστική τάξη των διαφόρων χωρών, ανάμεσα στις διάφορες ομάδες ή κατηγορίες της αστικής τάξης στο εσωτερικό της κάθε χώρας-όπως και κάθε, έστω και την ελάχιστη, δυνατότητα να αποκτήσεις μαζικό σύμμαχο, έστω και προσωρινό, ταλαντευόμενο, ασταθή, αβέβαιο και συμβατικό. Όποιος δεν το κατάλαβε αυτό, δεν κατάλαβε ούτε κόκκο από το μαρξισμό και από τον επιστημονικό, σύγχρονο, σοσιαλισμό γενικά. Όποιος δεν απόδειξε πρακτικά, μέσα σε ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα και σε αρκετά πολύμορφες  πολιτικές καταστάσεις, την ικανότητά του να εφαρμόζει την αλήθεια αυτή στην πράξη, αυτός δεν έμαθε ακόμη να βοηθά την επαναστατική τάξη στον αγώνα της για την απελευθέρωση όλης της εργαζόμενης ανθρωπότητας από τους εκμεταλλευτές. Κι αυτά πού είπαμε αφορούν εξίσου την περίοδο πριν και μετά την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από τί προλεταριάτο» (στο ίδιο, σελ. 54- 55).

Στέλιος Σαρδινός

Πηγή: http://ergatikosagwnas.gr

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: