Όσο δεν χρεοκοπεί το κράτος, χρεοκοπεί ο λαός

Του Χρίστου Κατσούλα.

Όταν στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ είπε ότι “η χρεοκοπία είναι όπλο των φτωχών”, οι υπερασπιστές του μνημονίου βγήκαν από τα ρούχα τους. Μα είναι δυνατόν να αμφισβητείται το ιερό και όσιο όριο που είναι η εξυπηρέτηση των δανειστών με κάθε κόστος; Στην αγανάκτηση συμμετείχε και το τμήμα του ΣΥΡΙΖΑ που κινείται εντός αστικής νομιμότητας και θεωρεί ότι η μονομερής παύση πληρωμών είναι δείγμα αριστερίστικου μπαταχτσηδισμού.

Όταν οι οικονομολόγοι στα τέλη του 2009 μίλησαν για την ανάγκη αθέτησης πληρωμών του χρέους ως μόνη λύση στη διαφαινόμενη χρεοκοπία, η αριστερά περί άλλων τύρβαζε. Το ΚΚΕ το θεώρησε αστικό αίτημα, ο ΣΥΡΙΖΑ μιλούσε για παραμύθι χωρίς δράκο, η Ανταρσύα υποστήριζε ότι τέτοια μεταβατικά αιτήματα χωρίς αυθεντικό αντικαπιταλισμό, μπορεί να τα υλοποιήσει η κυβέρνηση Παπανδρέου. 

Μετά πολλών κόπων και βασάνων του λαού και της οικονομίας, το χρέος και η εξυπηρέτησή του αναδείχθηκε στην κορυφή των κρίκων που πρέπει να σπάσουν για να ανοίξει ο δρόμος για μια άλλη πορεία. Όλη η αστική στρατηγική, οι πιέσεις, οι εκβιασμοί, η πλύση εγκεφάλου, η λοβοτομή στη λαϊκή συνείδηση, αφορούσε ακριβώς αυτό: Έχουμε έλλειμμα, δεν μπορούμε χωρίς χρηματοδότηση, αυτή η χρηματοδότηση μπορεί να προέλθει μόνο από την τρόικα. Σε διαφορετική περίπτωση, αν κλείσει η στρόφιγγα των δόσεων, αν αποφύγουμε τις ενέσεις εξάρτησης στον ετοιμοθάνατο, η οικονομία θα στραγγαλιστεί και οι τράπεζες θα στεγνώσουν. Η προσμονή των δόσεων που πάντα είναι οι τελευταίες, και πάντα δίνονται για να σωθούμε, και πάντα χρειάζονται θυσίες για δοθούν, είναι το επεισόδιο που παίζεται σε επανάληψη από την πρώτη στιγμή που αποδείχθηκε οικονομικά και κοινωνικά η μνημονιακή καταστροφή. Έτσι στήθηκε ο πολιτικός μονόδρομος της χρεοκοπίας. Αυτό ζούμε και σήμερα με την δόση των 31 δισ.
Η τρικομματική συγκυβέρνηση της “επαναδιαπραγμάτευσης και της απαγκίστρωσης” δεν ξέφυγε από τον μονόδρομο. Αθέτησε εν ριπή οφθαλμού τις προγραμματικές δεσμεύσεις. Καθώς δεν υλοποιεί κάποια “ισχυρή λαϊκή εντολή”, αλλά την μετεκλογική προγραμματική σύγκλιση των τριών κομμάτων που ακυρώθηκε, υπάρχει και πολιτικά και κοινωνικά, θέμα νομιμοποίησής της. Και αυτή η κυβέρνηση ακολουθεί ακριβώς τον δρόμο της προηγούμενης. Εκτελεί πειθήνια τις εντολές των δανειστών, φέρνοντας κάθε φορά σε χειρότερη κατάσταση την κοινωνία, σπρώχνοντας πιο βαθιά τη χώρα στον βυθό.

Το σύγχρονο ελληνικό δράμα κλείνει τρία χρόνια. Τρία κολασμένα χρόνια αλλεπάλληλων μειώσεων μισθών και συντάξεων, άγριας φοροληστείας, υφαρπαγής εισοδήματος και πλούτου, ξεπουλήματος δημόσιας περιουσίας, λεηλασίας κοινωνικών αγαθών. Η ζημιά είναι μεγαλύτερη γιατί όλα αυτά δεν είναι στιγμιαίες πολιτικές, που αν “σταθεροποιηθούν” θα ξεκινήσει η ανάπτυξη.

Εμπέδωσαν έναν πολύ διαφορετικό συσχετισμό δύναμης ανάμεσα στο λαό και στο κεφάλαιο. Έβαλαν σε γύψο κινεζοποίησης τη χώρα. Ακόμη κι αν τώρα σπάσει ο μνημονιακός γύψος, αν δεν υπάρξουν γενναίες παρεμβάσεις αντιστροφής της ύφεσης, η ελληνική κοινωνία θα πνίγεται ολοένα και περισσότερο. Τέτοιες παρεμβάσεις δεν έχουν σε τίποτα να κάνουν με τη σταθεροποίηση της σημερινής κατάστασης. Αντίθετα αφορούν μια πλήρη ανατροπή της.

Τρία χρόνια μετά, οι καταθέσεις στις τράπεζες έχουν απορροφηθεί λόγω ανεργίας, μείωσης εισοδημάτων, φορομπηχτικών μέτρων. Κι όμως ο φόβος της δραχμής εξακολουθεί να ξορκίζεται. Είναι προφανές ότι δεν αφορά τις καταθέσεις. Οι πλούσιοι τα λεφτά τα έβγαλαν έξω, οι μεσαίοι και οι φτωχοί αν δεν τα έχουν εξαντλήσει, τα εξαντλούν λίαν συντόμως και με μαθηματική ακρίβεια. Το κακό είναι ότι στον φόβο της δραχμής σπεκουλάρει και κυρίαρχο τμήμα της αριστεράς, που μαζί με το αστικό σύστημα, ξορκίζει τη δραχμή. Ο φόβος αυτός παίρνει μυθολογικές διαστάσεις. Τα ΜΜΕ και τα κόμματα έμαθαν στον άνεργο, στον φτωχό και στη νεολαία που μεταναστεύει, να φοβάται την αβέβαιη αναζήτηση έξω από το ευρώ, περισσότερο από τη βέβαιη καταστροφή μέσα σε αυτό. Η ιστορία επ’ αυτού θα αποφανθεί κάποια στιγμή, και θα είναι σκληρή για τις ηγερίες της χρεοκοπίας, αλλά η ζημιά έχει γίνει.

Υπάρχει ένα σκεπτικό που όσο κι αν η αριστερά το αρνείται, στην ουσία το αποδέχεται: Το πρόβλημα της χώρας είναι το έλλειμμα, το έλλειμμα χρειάζεται χρηματοδότηση, η χρηματοδότηση θα έρθει στο πλαίσιο της ΕΕ. Να παίρνουμε λοιπόν τις δόσεις κι ας γκρινιάζουμε, να μηδενίσουμε το πρωτογενές έλλειμμα κι ας πονάμε. Η κυβέρνηση Σαμαρά θα βγάλει τη βρώμικη δουλειά του ισοσκελισμού και μετά θα έρθει η ανάπτυξη. Η μόνη διαφορά είναι αν ο μηδενισμός του ελλείμματος θα έρθει από τη φορολογία των πλούσιων ή από τη λεηλασία των φτωχών.

Το πρώτο πρόβλημα είναι ότι η κυβέρνηση Σαμαρά δεν θα ισοσκελίσει τον προϋπολογισμό. Γιατί όσο περισσότερα μέτρα κοινωνικής καταστροφής εφαρμόζονται, τόσο βαθαίνει η ύφεση, καταρρέουν τα κρατικά έσοδα, μεγαλώνει η τρύπα. Το δεύτερο πρόβλημα είναι ότι μετά δεν θα έρθει η ανάπτυξη. Απλά θα σταθεροποιηθεί ή θα βαθύνει η κόλαση. Γιατί τα μέτρα που θα ψηφιστούν σήμερα, η κοινωνία θα τα πληρώσει σε βάθος πολλών μηνών. Μόνη ελπίδα θα ήταν να ανοίξουν οι χρηματοδοτικοί κρουνοί της ΕΕ και να πλημμυρίσει η Ελλάδα χρήμα. Βλέποντας ότι ακόμα και η δόση με την οποία θα αποπληρωθούν αποκλειστικά οι δανειστές, δύσκολα δίνεται, αυτό το σενάριο είναι μη επιστημονικής φαντασίας.

Ο δημόσιος υπάλληλος των 1200 ευρώ έγινε δημόσιος υπάλληλος των 800 ευρώ, με πετσοκομμένα τα δώρα. Έχει χάσει δηλαδή 4 με 5 μισθούς ετησίως. Ο ιδιωτικός υπάλληλος που δούλευε, σήμερα πιθανότατα είναι άνεργος. Αν δεν είναι, τρέμει μήπως γίνει. Κι αυτός έχει χάσει αντίστοιχους μισθούς. Όλοι έχουν ξεζουμιστεί από αλλεπάλληλες φορολογικές επιδρομές. Από δύο μισθούς και βάλε. Ο άνεργος ξέρει μετά βεβαιότητας ότι δεν θα βρει δουλειά. Ο ελεύθερος επαγγελματίας, ο έμπορος, ζει σε καθεστώς ασφυξίας. Η εξαθλίωση είναι εδώ, μας χτύπησε την πόρτα και μπήκε σπίτι μας. Κάπως κρύβεται ακόμα, από εισοδήματα που αποταμιεύτηκαν τα προηγούμενα χρόνια, ή από οικογενειακές ενισχύσεις. Να θυμηθούμε ότι φοβόμασταν τη χρεοκοπία επειδή θα χάναμε κάποιους (πόσους;) μισθούς. Σήμερα, ποιοι φοβούνται ακόμα τη χρεοκοπία; Ποιοι δεν έχουν ακόμα χρεοκοπήσει;

Ο λαός χρεοκοπεί καθημερινά. Η επίσημη δικαιολογία είναι ότι χρεοκοπεί ο λαός για να μην χρεοκοπήσει το κράτος. Τι θα γίνει όμως αν σκεφτούμε ανάποδα: Αν χρεοκοπήσει το κράτος για να πάψει να χρεοκοπεί ο λαός;

Δεν υπάρχει τίποτα το ανατριχιαστικά καινούριο σε μια τέτοια προοπτική. Απλώς είναι απαγορευμένη συζήτηση, που όμως γίνεται διεθνώς και έχει πολλά ιστορικά προηγούμενα. Φυσικά υπάρχει μια ισχυρή παράμετρος. Η τυπική ελληνική χρεοκοπία θα είχε ήδη συμβεί αν η χώρα δεν απολάμβανε την κατάρα του κοινού νομίσματος. Γιατί μια τυπική χρεοκοπία σημαίνει τουλάχιστον έξοδο από την ΟΝΕ, και αυτό είναι μη διαπραγματεύσιμο ενδεχόμενο για τον ελληνικό αστισμό. Τουλάχιστον μέχρι να δείξουν την πόρτα της εξόδου τα ευρωπαϊκά αφεντικά.

Το σκεπτικό της αριστεράς θα όφειλε να είναι το ανάποδο. Το πρόβλημα της χώρας είναι η ύφεση και η παραγωγική διάλυση. Η αντιστροφή τους χρειάζεται αγνόηση των δανειστών (δηλαδή αθέτηση πληρωμών), ανακούφιση του λαού, οικονομικά και νομισματικά εργαλεία, σχέδιο ανασυγκρότησης. Αυτά δεν μπορούμε να τα βρούμε εντός του ευρωπαϊκού πλαισίου, όσο κι αν περιμένουμε τις ελίτ να αλλάξουν μυαλά. Μυαλά αλλάζουν, συμφέροντα όχι. Τι κάνουμε λοιπόν πέρα από το να καταγγέλλουμε τον νεοφιλελευθερισμό και να αναπολούμε το ευρωπαϊκό κοινωνικό κράτος που εξαφανίστηκε;

Από την βέβαιη καταστροφή, μπορούμε να διαλέξουμε την αβέβαιη έξοδο. Τα κοινωνικά στρώματα που σήμερα θα υποστήριζαν μια τέτοια προοπτική δεν θα το κάνουν από πολιτική και ιδεολογική αφετηρία. Αυτό η αριστερά αρνείται να το καταλάβει. Παραμένει στο έδαφος μια ενδοαριστερής συζήτησης του 20ου αιώνα. Σοσιαλισμός σε ένα μόνο κράτος; Ευρώπη σαν ευνοϊκότερο πεδίο ταξικής πάλης; Ανεξαρτησιακή ή διεθνιστική κατεύθυνση;

Τα ερωτήματα είναι χαριτωμένα, ιστορικά χρήσιμα, ιδεολογικά απαραίτητα, αλλά καταρχήν άσχετα με το πρόβλημά μας. Γιατί το ζήτημα σήμερα είναι η κοινωνική επιβίωση. Όχι η επιβεβαίωση του ευρωκομμουνισμού ή του τριτοδιεθνισμού. Όσο για την αριστερά, το πρόβλημα του χρέους και της άρνησής του, το πρόβλημα του ευρωπαϊκού πλαισίου και της διάρρηξής του, αφορούν ιστορικές και ιδεολογικές αφηγήσεις, το παιχνίδι θα το καθορίζει ο αντίπαλος. Ο αστισμός επιμένει ακόμα ότι αν δεν πάρουμε την δόση θα πεινάσουμε, αν φύγουμε από το ευρώ θα καταστραφούμε. Και η αριστερά αντιτείνει ότι δεν είναι επιλογή της η εθνική περιχαράκωση. Ο ένας απευθύνεται στον λαό και τον εκβιάζει. Και ο άλλος απευθύνεται στον Πουλαντζά, τον Μπερλινγκουέρ, τον Λένιν και τον Γκράμσι για να δικαιωθεί.

Οι κοινωνικές προσλαμβάνουσες της αριστεράς θα έπρεπε να καθορίζονται από εκείνα τα κοινωνικά στρώματα που δεν έχουν τίποτε άλλο να χάσουν. Που δεν φοβούνται τη χρεοκοπία γιατί έχουν ήδη χρεοκοπήσει. Αυτά τα στρώματα σήμερα δεν βλέπουν καμιά προοπτική. Θα προτιμούσαν έναν άλλο άγνωστο και αχαρτογράφητο δρόμο, παρά να βλέπουν παθητικά τον θάνατό τους στον γνωστό μονόδρομο του μνημονίου, των δόσεων, της ΕΕ. Το αν αυτός ο δρόμος μπορεί να εκφραστεί πολιτικά, λαϊκά και μετωπικά, είναι ερώτημα για τα αριστερά επιτελεία.

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: