Για την 28η Οκτωβρίου

Για την 28η Οκτωβρίου

Του Νίκου Ποταμιάνου.

Σκοπός του παρακάτω κειμένου είναι να λειτουργήσει ως στήριγμα για όποιους εκπαιδευτικούς θα ήθελαν να συνδέσουν τη γιορτή της 28ης Οκτωβρίου με μια αντιφασιστική στάση, η οποία δυστυχώς αποκτά στις μέρες μας νέα επικαιρότητα.

Περίληψη:Η Ιταλία ήταν φασιστική και γι’ αυτό επιτέθηκε στην Ελλάδα στις 28 Οκτωβρίου: ο επιθετικός εθνικισμός/ιμπεριαλισμός είναι βασικό χαρακτηριστικό του φασισμού. Ο πόλεμος του ’40 αποτέλεσε κομμάτι ενός ευρύτερου πολέμου, του Β΄ παγκόσμιου, ο οποίος σταδιακά απέκτησε έναν ρητό αντιφασιστικό χαρακτήρα και οδήγησε στην καταστροφή του φασισμού ως πολιτικού ρεύματος. Πώς θα ήταν ο κόσμος αν είχε νικήσει ο φασισμός στον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο; Απαντήσεις με βάση τα πεπραγμένα των φασιστικών καθεστώτων: Πιο βάρβαρος-σκληρός-απάνθρωπος, λιγότερο δίκαιος, λιγότερο ελεύθερος και δημοκρατικός, πιο υποταγμένος, λιγότερο ορθολογικός/διαφωτισμένος. Έχουν οι Έλληνες ανοσία στον φασισμό;

Την 28η Οκτωβρίου 1940 η Ελλάδα είπε όχι στις απαιτήσεις της Ιταλίας[1] και ο ιταλικός στρατός εισέβαλε από τα βουνά της (περίπου κατεχόμενης από τους Ιταλούς) Αλβανίας. Η Ιταλία ήταν φασιστική, η πρώτη χώρα στην οποία επικράτησε ο φασισμός, αλλά και στην Ελλάδα υπήρχε δικτατορία υπό τον Μεταξά, η οποία μάλιστα είχε εμφανίσει κάποιες τάσεις μίμησης των φασιστικών καθεστώτων. Ο Μεταξάς λειτούργησε με βάση όχι την ιδεολογική του συγγένεια με τον φασισμό αλλά με βάση τους διεθνείς προσανατολισμούς της χώρας στο πλευρό της Αγγλίας.[2] Σε κάθε περίπτωση, ήταν η πρώτη ίσως φορά που σε ενέργειά του ο Μεταξάς είχε τη σαφή συναίνεση του ελληνικού λαού, ο οποίος κινητοποιήθηκε με ενθουσιασμό για να πολεμήσει τους εισβολείς.

Αν όμως ο πόλεμος του ’40 έγινε ανάμεσα σε δύο αντιδημοκρατικά καθεστώτα, τότε με ποια έννοια είχε κι ένα αντιφασιστικό περιεχόμενο, και πώς μας δίνει την ευκαιρία να μιλήσουμε για τον φασισμό; Για δύο λόγους.

Πρώτον, ας αναρωτηθούμε, γιατί η Ιταλία είχε «απαιτήσεις» από την Ελλάδα; Ο φασισμός ήταν εγγενώς επιθετικός και ιμπεριαλιστικός, φυσικά συνεχίζοντας τάσεις που είχαν αναπτυχθεί στη φιλελεύθερη Ευρώπη ήδη από τον 19ο αιώνα. Στην Ιταλία οι πρώτοι που έσπευσαν να προσχωρήσουν στο φασιστικό κόμμα όταν πήρε την εξουσία ήταν οι βουλευτές της Εθνικιστικής Ένωσης που επιδίωκε τη δημιουργία μιας ιταλικής μεσογειακής αυτοκρατορίας. Ο Μουσολίνι αναφερόταν στη Μεσόγειο ως Mare nostrum, «η θάλασσά μας», και επί των ημερών του η Ιταλία πρόσθεσε στα Δωδεκάνησα (που κατείχε από το 1911) τη Λιβύη, την Αιθιοπία ως αποικίες και την Αλβανία ως προτεκτοράτο.

Στη Γερμανία, αντίστοιχα, βασική στη σκέψη των εθνικοσοσιαλιστών ήταν η έννοια του ζωτικού χώρου που είχε ανάγκη η φυλή/έθνος και τον οποίο θα κέρδιζε εις βάρος άλλων φυλών/εθνών. Θυμίζουμε ότι ο Β΄ παγκόσμιος πόλεμος είχε ξεκάθαρα ως αιτία του την επιθετικότητα της ναζιστικής Γερμανίας, η οποία ξεκίνησε να εκδηλώνεται ενάντια στους αδύναμους γείτονές της και έφτασε μέχρι την επίθεση στη Σοβιετική Ένωση με στόχο να γίνει η σλαβική Ανατολική Ευρώπη μια αποικία που θα προμήθευε τους Γερμανούς με δουλική εργασία και της οποίας εδάφη θα αποικίζονταν από μέλη της «γερμανικής φυλής».

Δεύτερον, ο ελληνοϊταλικός πόλεμος αποτελεί ένα επεισόδιο του Β΄ παγκοσμίου πολέμου: σε μια στιγμή που οι Γερμανοί έχουν καταλάβει τη Γαλλία και μοιάζουν ανίκητοι, οι Ιταλοί θέλουν κι αυτοί να επωφεληθούν και να πάρουν το μερίδιό τους από τις ευρύτερες ανακατατάξεις. Ο Β΄ παγκόσμιος πόλεμος, βέβαια, ήταν ένας πόλεμος μεταξύ εθνών/κρατών, ήταν όμως κι ένας πόλεμος με πολύ έντονη την ιδεολογική/πολιτική διάσταση. Για τους ναζί ήταν βασικά πόλεμος ενάντια στους υπάνθρωπους των κατώτερων φυλών με στόχο την κατάκτηση ζωτικού χώρου για το γερμανικό έθνος και την καταστροφή του κομμουνισμού. Για την ΕΣΣΔ, τις ΗΠΑ, την Αγγλία κλπ ήταν (ή έγινε) πόλεμος αντιφασιστικός: η συμμαχία τους απέκτησε ρητά αυτόν τον χαρακτήρα.

Το σημαντικότερο αποτέλεσμα του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου ήταν η καταστροφή του φασισμού ως πολιτικής δύναμης.[3] Μετά τον Β΄ παγκόσμιο υπήρξε μια εμβάθυνση των κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων στις περισσότερες χώρες, στη βάση ακριβώς των ιδεών στις οποίες αναφερόταν η αντιφασιστική συμμαχία, ενώ ο φασισμός έπαψε να υπάρχει ως αξιόλογο πολιτικό ρεύμα μέχρι πρόσφατα. (Φυσικά εμφανίστηκαν διάφορες εκδοχές της ακροδεξιάς, αν και παρέμειναν εκτός κυβερνήσεων και γενικά χωρίς σπουδαίες εκλογικές επιδόσεις).

Πώς θα πρέπει να αξιολογήσουμε, θετικά ή αρνητικά, αυτή την καταστροφή του φασισμού που επιτεύχθηκε με ασύλληπτα βαρύ τίμημα (55 εκατομμύρια νεκροί και τεράστιες καταστροφές); Ας προσπαθήσουμε να σκεφτούμε πώς θα ήταν ο κόσμος σήμερα αν στον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο είχαν νικήσει η ναζιστική Γερμανία και η φασιστική Ιταλία. Ας πάρουμε, γι’ αυτό, τον φασισμό στην πιο καθαρή μορφή του, εκεί όπου υπήρξε με τους λιγότερους συμβιβασμούς με τις παραδοσιακές συντηρητικές ελίτ, τη ναζιστική Γερμανία.[4]

Πρώτα πρώτα, θα ήταν ένας κόσμος πιο βάρβαρος και βίαιος, ακόμα πιο βάρβαρος απ’ αυτόν που υπάρχει σήμερα. Ας σκεφτούμε πώς φέρονταν οι ναζί στις χώρες που βρίσκονταν υπό την κατοχή τους. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ούτε από το Δίστομο ούτε από τη Βιάννο για να έχει ακούσει ιστορίες φρίκης από την Κατοχή. Δείτε έναν χάρτη με τα καμένα από τους ναζί ελληνικά χωριά. Από εδώ, με τη μάχη της Κρήτης, ξεκίνησαν οι ναζί να προβαίνουν σε βαρβαρότητες κατά αμάχων: στα χωριά που τους αντιστάθηκαν, σε αντίποινα, εκτελούσαν όλους τους άντρες. Τέτοιες θηριωδίες γενικεύτηκαν στη συνέχεια στο Ανατολικό μέτωπο. Από τα 5 εκατομμύρια αιχμαλώτους Ρώσους που συνέλαβαν οι Γερμανοί, επέζησαν μόνο τα 2 εκατομμύρια.

Ίσως να πει κανείς ότι πόλεμος ήταν, θα γίνονταν και βαρβαρότητες και εγκλήματα. Οι φασίστες, όμως, λάτρευαν τον πόλεμο, βρίσκονταν στο στοιχείο τους, αποθέωναν τη βία, και επιπλέον τα εγκλήματά τους δεν ήταν κοινά. Πέρα από το ότι υπήρξαν πάμπολλοι Γερμανοί εγκληματίες πολέμου, ειδικά για τους ναζί δημιουργήθηκε μια νέα νομική κατηγορία, το «έγκλημα κατά της ανθρωπότητας» που αφορούσε τη δολοφονία και την υποδούλωση άμαχων πληθυσμών και μάλιστα για πολιτικούς και «φυλετικούς»/θρησκευτικούς λόγους. Για πρώτη φορά στην ιστορία επιχειρήθηκε συνειδητά η εξόντωση ενός ολόκληρου λαού, εκατομμυρίων ανθρώπων απλώς και μόνο επειδή ήταν Εβραίοι. Ακόμα πιο ανατριχιαστικό είναι ότι οι μαζικές αυτές δολοφονίες δεν έγιναν σε μια έκρηξη μίσους, δεν ήταν ένα πογκρόμ που ξεκίνησε με κάποια (έστω ψεύτικη) αφορμή: εν πλήρη ηρεμία, με κανονικές γραφειοκρατικές διαδικασίες και με βιομηχανική οργάνωση, εκατομμύρια άνθρωποι σκοτώνονταν επειδή οι ναζί είχαν αποφασίσει ότι δεν είχαν δικαίωμα να ζουν. Καταλαβαίνετε, λοιπόν, γιατί η ναζιστική ιδεολογία έχει αποκληθεί εγκληματική.

Αν είχε νικήσει ο φασισμός, ο κόσμος θα ήταν πιο σκληρός, ακόμα πιο σκληρός απ’ ό,τι σήμερα, θα επικρατούσε ο νόμος της ζούγκλας, το δίκαιο του ισχυρότερου, χωρίς τους μετριασμούς του που έχουν εφεύρει οι ανθρώπινες κοινωνίες. Οι φασίστες λάτρευαν τη δύναμη, αυτό που ήθελαν ήταν να τους φοβούνται. Οι αδύναμοι προορίζονταν για τον Καιάδα: στη ναζιστική Γερμανία δεν υπήρχε θέση για τα άτομα με ειδικές ανάγκες, στειρώνονταν ή εξοντώνονταν (το 1939-41 ευθανασία εφαρμόστηκε σε 70.000 Γερμανούς με ανίατες ασθένειες ή φρενοβλαβείς). Αυτή η απουσία ελέους έφερνε τους ναζί κάποτε σε ψυχρότητα ή και σε σύγκρουση με την Εκκλησία: στα στρατόπεδα συγκέντρωσης το 1937 στάλθηκαν και 700 ιερείς. Ο γραμματέας του ναζιστικού κόμματος Μ. Μπόρμαν δήλωνε ότι «ο εθνικοσοσιαλισμός και ο χριστιανισμός είναι δύο ασύμβατες έννοιες».

Θα ήταν ένας κόσμος πιο απάνθρωπος, αν είχαν νικήσει οι ναζί . άλλωστε γι’ αυτούς δεν υπήρχε η έννοια της ανθρωπότητας: υπήρχαν μόνο φυλές, ανώτερες και κατώτερες, σε αιώνια πάλη μεταξύ τους, και είναι απολύτως θεμιτό οι ανώτερες να υποδουλώσουν ή να εξοντώσουν τις κατώτερες φυλές. Θα ήταν λοιπόν ένας κόσμος λιγότερο ηθικός: οι στοιχειώδεις ηθικοί φραγμοί απέναντι στον συνάνθρωπο δεν ισχύουν για όσους δεν ανήκουν στη σωστή φυλή.

Θεωρητικά οι ναζί είχαν τους Έλληνες ψηλά στην ιεραρχία των εθνών, ως απογόνους των αρχαίων Σπαρτιατών κλπ. Κατά την κατοχή όμως τους άφησαν να πεθαίνουν κατά χιλιάδες από την πείνα, μεριμνώντας μόνο για τον εφοδιασμό των δικών τους στρατευμάτων κατοχής. Σημειωτέον ότι οι Γερμανοί δεν πείνασαν κατά τη διάρκεια του Β΄ παγκοσμίου (παρά μόνο από το 1945 κ.ε., οπότε και κατάλαβαν από πρώτο χέρι τι είχαν κάνει στους άλλους τόσα χρόνια). Αν το έκαναν αυτό σ’ ένα έθνος που υποτίθεται ότι σέβονταν, φανταστείτε τι μπορούσαν να κάνουν στα άλλα.

Αν είχε νικήσει ο φασισμός, ο κόσμος μας θα ήταν πιο δίκαιος; Όχι. Εξ ορισμού οι άνθρωποι δεν θα θεωρούνταν ίσοι μεταξύ τους, η ισότητα κατηγορούνταν από τους φασίστες ως αξία της δημοκρατίας (όπως και είναι), δεν θα υπήρχε κράτος δικαίου και ίση μεταχείριση των πολιτών. Τα μέλη των εθνικών μειονοτήτων δεν θα είχαν τα ίδια δικαιώματα με τους υπόλοιπους πολίτες. Η ανισότητα στις σχέσεις των δύο φύλων προωθήθηκε από τους ναζί: θα ζούσαμε σ’ έναν κόσμο πιο πατριαρχικό, η αντρική εξουσία θα ενισχυόταν, οι γυναίκες θα όφειλαν να περιορίσουν την κοινωνική τους ζωή και να αποσυρθούν στο σπίτι.

Σ’ έναν φασιστικό κόσμο η δουλεία θα επανερχόταν, επίσημα ή ανεπίσημα. Κατά τη διάρκεια του Β΄ παγκοσμίου πολέμου για την εντατική λειτουργία της πολεμικής της βιομηχανίας η ναζιστική Γερμανία χρησιμοποίησε κυριολεκτικά δουλική εργασία, αιχμαλώτων ή αμάχων από κατεχόμενες χώρες που δούλευαν επί τόπου ή αναγκάζονταν να μεταφερθούν στη Γερμανία για να εργαστούν.

Τουλάχιστον στο εσωτερικό της εθνικής κοινότητας θα υπήρχε μεγαλύτερη κοινωνική δικαιοσύνη, θα ήταν μικρότερες οι διαφορές μεταξύ φτωχών και πλουσίων; Στο κάτω κάτω ναζί σημαίνει «εθνικοσοσιαλιστής» (Nazional Sozialistische) και οι σοσιαλιστές είναι ευαίσθητοι σε τέτοια ζητήματα. Η απάντηση είναι όχι: στη ναζιστική Γερμανία τα κέρδη των επιχειρηματιών αυξήθηκαν και οι μισθοί των εργαζομένων μειώθηκαν. Παρ’ όλες τις αντιπλουτοκρατικές τους φανφάρες οι φασίστες λειτούργησαν σαφώς υπέρ του μεγάλου κεφαλαίου, όπως τους κατηγορούσαν από την αρχή οι αντίπαλοί τους που έβλεπαν Γερμανούς επιχειρηματίες να πληρώνουν το αεροπλάνο με το οποίο ο Χίτλερ έκανε τις προεκλογικές του περιοδείες και να καταβάλουν τα έξοδα συντήρησης των ναζιστικών ταγμάτων εφόδου.

Στην Ιταλία οι φασίστες ξεκίνησαν την άνοδό τους ως μπράβοι στην υπηρεσία των γαιοκτημόνων, που έβλεπαν τους χωρικούς να ζητάνε την απαλλοτρίωση των τσιφλικιών τους και να τα καταλαμβάνουν, και των βιομηχάνων που αντιμετώπιζαν μετά τον πόλεμο τη ριζοσπαστικοποίηση των εργατών τους. Ο Μουσολίνι όταν πήρε την εξουσία ακολούθησε μια ορθόδοξη φιλελεύθερη οικονομική πολιτική, για να υιοθετήσει τη δεκαετία του ’30 μεγαλύτερες δόσεις κρατικού παρεμβατισμού, ανταποκρινόμενος στις τάσεις και τις ανάγκες της εποχής, πάντα σε αγαστή συνεργασία με τον ιταλικό ΣΕΒ.

Στη Γερμανία η αντικαπιταλιστική ρητορεία ήταν ισχυρότερη, άλλωστε η εξουσία παραδόθηκε στους φασίστες σε εποχής μαζικής ανεργίας μετά την οικονομική κρίση του 1929. Γρήγορα όμως εξοντώθηκαν τα μέλη των ναζί που έπαιρναν στα σοβαρά τον όρο (εθνικο)«σοσιαλιστής», όπως φυσικά καταδιώχθηκαν αμέσως οι κομμουνιστές και οι σοσιαλδημοκράτες: η μεγαλύτερη υπηρεσία του φασισμού προς το μεγάλο κεφάλαιο ήταν το χτύπημα όσων αμφισβητούσαν την κυριαρχία του, καθώς και η διάλυση των ανεξάρτητων συνδικάτων.

Βεβαίως αυτό που διαφημίζεται ως το μεγάλο επίτευγμα των ναζί είναι η αντιμετώπιση της ανεργίας, η οποία το 1932 είχε πάρει τεράστιες διαστάσεις. Αυτό επιτεύχθηκε με την απασχόληση εκατομμυρίων ανέργων σε δημόσια έργα και άλλες δουλειές ανά τη Γερμανία με μοναδική αμοιβή ένα πιάτο φαΐ και ένα κοτέτσι για να κοιμηθούν. Η αμοιβή ήταν ελάχιστη και οι πρώην άνεργοι δεν είχαν ούτε δικαιώματα ούτε δυνατότητες διαπραγμάτευσης, παρ’ όλ’ αυτά ήταν μια δουλειά.

Η ανάληψη οικονομικής δραστηριότητας από το κράτος σε μεγάλη έκταση ήταν μια συνταγή που δοκιμάστηκε και σ’ άλλες καπιταλιστικές χώρες μετά την κρίση του 1929 (πχ ΗΠΑ), στη Γερμανία όμως υπήρξε πιο αποτελεσματική για την εξάλειψη της ανεργίας. Σ’ αυτό έπαιξε ίσως ρόλο το ότι το ναζιστικό κράτος έδινε πιο λίγα, καταργώντας στοιχειώδη εργατικά δικαιώματα (για παράδειγμα δεν είχες απόλυτο δικαίωμα να διαλέξεις ούτε τον τόπο όπου θα δούλευες ούτε τον εργοδότη σου). Αλλά το κυριότερο είναι ότι οι ναζί προώθησαν την εμπλοκή του κράτους στην οικονομία περισσότερο απ’ ό,τι σε άλλες χώρες επειδή ήθελαν να προετοιμαστούν για πόλεμο.

Η οικονομική ανάπτυξη που προέκυπτε έτσι, με αυτές τις προτεραιότητες, δεν μπορεί να αποτελέσει μοντέλο που μπορεί να εφαρμοστεί παντού: εκτός κι αν μας ικανοποιεί το να ζούμε σ’ έναν κόσμο όπου κάθε λίγο θα πρέπει να γίνεται ένας μεγάλος πόλεμος στον οποίο (μαζί με όλες τις άλλες καταστροφές) θα καταστρέφονται όσα έχει φτιάξει η πολεμική βιομηχανία κάθε χώρας και μετά θ’ αρχίζει ένας νέος κύκλος παραγωγής και καταστροφής. Η σχεδόν πλήρης απασχόληση που πέτυχε η ναζιστική Γερμανία είναι αδιαχώριστη από την επιθετικότητά της και τον πόλεμο που ακολούθησε: όταν όλα υποτάσσονται στην προετοιμασία για πόλεμο, κάποια στιγμή ο πόλεμος θα πρέπει να γίνει (και να ξαναγίνει, σ’ έναν κύκλο που μπορεί να τελειώσει μόνο με την ήττα του φασισμού).

Ένας κόσμος στον οποίο θα είχαν νικήσει οι φασίστες θα ήταν λιγότερο ελεύθερος, λιγότερο ανεκτικός, πιο μισαλλόδοξος. Πόσο ελεύθερος είσαι όταν φοβάσαι ανά πάσα στιγμή για τη σωματική σου ακεραιότητα; Πόσο ελεύθερα μπορείς να σκέφτεσαι σε καθεστώς «υποχρεωτικής εθνικής ενότητας»; Πόσο ελεύθερος είσαι όταν δεν μπορείς να μιλήσεις γιατί ό,τι πεις θα φτάσει στα αυτιά της μυστικής αστυνομίας, της Γκεστάπο, και θα σε κλείσουν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης; Πόσο ελεύθερος είναι ένας κόσμος στον οποίο έχει επιστρέψει η δουλεία ως θεσμός, η σκλαβιά; Στον οποίο θα κυριαρχούσαν η ρουφιανιά, η καχυποψία, ο φόβος; Στον οποίο θα διώκονταν οι ιδέες και όχι μόνο οι πράξεις; Στον οποίο με συνοπτικές διαδικασίες θα κλείνονταν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης κομμουνιστές και σοσιαλιστές, Εβραίοι και Τσιγγάνοι, ομοφυλόφιλοι και απεργοί; Στον οποίο η προσωπική και η συλλογική αυτονομία δεν θα υφίστατο μπροστά στις επιθυμίες ενός κράτους που θα αυτοαποκαλούνταν «ολοκληρωτικό»; Σύμφωνα με τον υπεύθυνο του Γραφείου εργασίας των ναζί, ο μόνος ιδιωτικός χρόνος του ατόμου θα έπρεπε να είναι η ώρα που κοιμάται.

Θα ήταν τουλάχιστον ένας κόσμος πιο πειθαρχημένος; Σίγουρα όχι με τον τρόπο που εννοούσε ο Περικλής/Θουκυδίδης στον «Επιτάφιο», όχι με μια εσωτερική πειθαρχία που πηγάζει μεταξύ άλλων από τη συμμετοχή των ανθρώπων στη θέσπιση των κανόνων. Θα ήταν ένας κόσμος πιο υποταγμένος, όπου οι απλοί άνθρωποι θα έπρεπε να υπακούουν σε κανόνες που θα είχαν οριστεί χωρίς τη συμμετοχή τους. Τυφλή υπακοή σημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι αποποιείσαι την ευθύνη για τις πράξεις σου: μετά τον πόλεμο όλοι οι ναζί ισχυρίζονταν ότι εκτελούσαν εντολές, οπότε δεν ευθύνονταν για τα εγκλήματα που είχαν κάνει. Και δείτε ταινίες όπως «Το Πείραμα»: όταν οι κανόνες είναι σκληροί και παράλογοι και οι άνθρωποι υποχρεώνονται να υποτάσσονται σ’ αυτούς, η πειθαρχία οδηγεί σε μια κόλαση.

Θα ήταν, λοιπόν, ένας κόσμος λιγότερο δημοκρατικός, όπου οι άνθρωποι θα έλεγχαν λιγότερο τη ζωή τους και δεν θα προβλέπονταν διαδικασίες μέσω των οποίων θα μπορούσαν να επηρεάζουν την πολιτική του κράτους. Ο φασισμός προήλθε από τάσεις που αναπτύχθηκαν μετά το 1789 κατά των αρχών της Γαλλικής Επανάστασης, κατά του δημοκρατικού κινήματος που διεκδικούσε το δικαίωμα ψήφου για όλους, και αργότερα κατά του μαρξισμού και του σοσιαλιστικού κινήματος που ζητούσαν τη δημιουργία μιας κοινωνίας ίσων ανθρώπων.

Ένας φασιστικός κόσμος, τέλος, θα ήταν ένας κόσμος λιγότερο ορθολογικός, λιγότερο διαφωτισμένος. Θα έχετε ακούσει για το κάψιμο από τους ναζί των βιβλίων που δεν τους άρεσαν. Γι’ αυτούς η εθνικότητα του επιστήμονα ήταν πιο σημαντική από το αν είχε δίκιο: φιλοδοξούσαν να δημιουργήσουν μια «γερμανική φυσική» που θα αντικαθιστούσε την «εβραϊκή φυσική» του Αϊνστάιν. Οι άνθρωποι θα μάθαιναν όχι να αναζητούν τα αίτια των προβλημάτων τους και λύσεις γι’ αυτά, αλλά αποδιοπομπαίους τράγους, κάποιον να του φορτώσουν τη δυστυχία τους και να ξεσπάσουν πάνω του, όπως έκανε ο Χίτλερ με τους Εβραίους. Αντί να κρίνουν τους ηγέτες τους, θα καλούνταν να τους λατρεύουν (Fuhrerprinzip). Αντί να διερωτούνται για την ορθότητα των εντολών, θα έπρεπε να τις υπακούν.

Θα έχετε ακούσει ότι εμείς οι Έλληνες δεν μπορούμε να είμαστε φασίστες, ότι έχουμε ανοσία στο μικρόβιο του φασισμού, αφού έχουμε ζήσει Κατοχή και έχουμε υποφέρει τόσο από τη φασιστική βία. Να μην ξεχνάμε, όμως, ότι στην Κατοχή ήταν χιλιάδες και οι Έλληνες που συνεργάστηκαν με τον κατακτητή. Ας θυμηθούμε τον όρκο των διαβόητων Ταγμάτων Ασφαλείας, που πολεμούσαν πλάι στους Γερμανούς ενάντια στους αντάρτες της Αντίστασης φορώντας γερμανικές στολές και που χαρακτηρίστηκαν προδότες απ’ όλες τις πολιτικές δυνάμεις και από τους Άγγλους μετά την απελευθέρωση:

«Ορκίζομαι εις τον Θεόν, τον άγιον τούτον όρκον, ότι θα υπακούω απολύτως εις τας διαταγάς του ανωτάτου αρχηγού του γερμανικού στρατού Αδόλφου Χίτλερ. Θα εκτελώ πιστώς απάσας τας ανατεθεισόμενας μου υπηρεσίας και θα υπακούω άνευ όρων εις τας διαταγάς των ανωτέρων μου. Γνωρίζω καλώς ότι δια μίαν αντίρρησιν εναντίον των υποχρεώσεων μου, τας οποίας δια του παρόντος αναλαμβάνω, θέλω τιμωρηθεί παρά των γερμανικών στρατιωτικών νόμων»

[[Σε αντιδιαστολή, ας θυμηθούμε τον όρκο του αντάρτη του ΕΛΑΣ, της σημαντικότερης δύναμης της Αντίστασης: «Ορκίζομαι ότι θα αγωνιστώ έως την τελευταία σταγόνα του αίματός μου για την πλήρη απελευθέρωση, ακεραιότητα και ανεξαρτησία της πατρίδας. Για την περιφρούρηση των συμφερόντων του ελληνικού λαού και την αποκατάσταση και κατοχύρωση των κυριαρχικών δικαιωμάτων του. Για τον σκοπό αυτό θα υπακούω στις πράξεις και αποφάσεις της ΠΕΕΑ και θα εκτελώ ευσυνείδητα και πειθαρχικά τις εντολές και οδηγίες των ανωτέρων μου και θα αποφεύγω κάθε πράξη που θα με ατιμάζει σαν άτομο και σαν αγωνιστή του ελληνικού λαού» ]]

Οι Έλληνες, λοιπόν, δεν έχουμε ανοσία στον φασισμό. Κανείς δεν έχει. Γι’ αυτό έχει σημασία να λέγονται όλα αυτά τα πράγματα, γι’ αυτό έχει σημασία να γιορτάζουμε μ’ αυτό το πνεύμα την 28η Οκτωβρίου.

Βιβλιογραφία στα ελληνικά:

Γιώργος Μαργαρίτης, «Ο πόλεμος της Αλβανίας 1940-41: ο χώρος και οι άνθρωποι», στο Επιστημονικό συμπόσιο Η Ελλάδα του ’40, Εταιρεία Σπουδών 1993, σ.25-52

Σπύρος Μαρκέτος, Πώς φίλησα τον Μουσολίνι! Τα πρώτα βήματα του ελληνικού φασισμού, Βιβλιόραμα 2006

Στάνλεϊ Πέιν, Μια ιστορία του φασισμού 1914-1945, Φιλίστωρ 2000

Χρήστος Χατζηιωσήφ, «Το “Όχι” του Μεταξά: βραχυπρόθεσμοι και μακροπρόθεσμοι παράγοντες μιας απόφασης», στο Επιστημονικό συμπόσιο Η Ελλάδα του ’40, Εταιρεία Σπουδών 1993, σ.233-248

Χρήστος Χατζηιωσήφ, «Η πορεία της Ευρώπης προς τον πόλεμο», στο Χρήστος Χατζηιωσήφ και Προκόπης Παπαστράτης (επιμ.), Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα, τ.Γ1, Βιβλιόραμα 2007, σ.9-47

Ian Kershaw, Χίτλερ, 2 τόμοι, Scripta 2000

Mark Mazower, Στην Ελλάδα του Χίτλερ, Αλεξάνδρεια 1994

Mark Mazower, Η αυτοκρατορία του Χίτλερ. Ναζιστική εξουσία στην κατοχική Ευρώπη, Αλεξάνδρεια 2009

Robert Paxton, Η ανατομία του φασισμού, Κέδρος 2006

Davide Rodogno, «Το “Spazio vitale” του φασισμού και η είσοδος της Ιταλίας στον πόλεμο», στο Χρήστος Χατζηιωσήφ και Προκόπης Παπαστράτης (επιμ.), Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα, τ.Γ1, Βιβλιόραμα 2007, σ.49-67

Συλλογικό: Άουσβιτς. Το Γεγονός και η Μνήμη του, Καστανιώτης 2007

[1] Να καταλάβει λιμάνια και αεροδρόμια της Ελλάδας ώστε να τα χρησιμοποιήσει για τον ανεφοδιασμό του Ιταλικού στρατού στη Βόρεια Αφρική. Πρακτικά, δηλαδή, να μετατρέψει την Ελλάδα σε προτεκτοράτο της Ιταλίας.

[2] Τους οποίους εγγυούνταν ο βασιλιάς Γεώργιος ενώ συμμερίζονταν πλήρως και ο Μεταξάς, έχοντας μεταστραφεί από τον παλιότερο φιλογερμανισμό του.

[3] Συγκρίνετε τις αλλαγές των συνόρων μετά τον Α΄ και μετά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο: μετά τον Α΄ ΠΠ αυτοκρατορίες κατέρρευσαν, νέα κράτη σχηματίστηκαν και εκτεταμένα εδάφη πέρασαν σε άλλες χώρες, ενώ μετά τον Β΄ ΠΠ οι σχετικές αλλαγές ήταν αναλογικά ασήμαντες.

[4] Έχει παρατηρηθεί από τον Πάξτον ότι όλα τα φασιστικά και φασίζοντα καθεστώτα του μεσοπολέμου (τα οποία δεν περιορίζονταν στη Γερμανία και την Ιταλία) βασίζονταν σε μια συνεργασία μεταξύ φασιστών και συντηρητικών . σε κάθε χώρα υπήρχε διαφορετικός συσχετισμός ανάμεσά τους, και ανάλογα με αυτόν τον συσχετισμό διαμορφωνόταν το στίγμα κάθε καθεστώτος. Το ότι δεν ταυτίζονταν οι παραδοσιακές συντηρητικές ελίτ και τα φασιστικά κόμματα που ασκούσαν την εξουσία γινόταν σε όλους φανερό όταν οι χώρες του Άξονα φαίνονταν να χάνουν τον πόλεμο: χαρακτηριστική η περίπτωση της Ιταλίας, όπου ο βασιλιάς απέπεμψε τον Μουσολίνι όταν οι Σύμμαχοι αποβιβάστηκαν στη Σικελία το 1943, και ο τελευταίος ίδρυσε υπό γερμανική προστασία τη λεγόμενη Δημοκρατία του Σαλό αποστασιοποιούμενος από τον «συμβιβασμένο φασισμό» της προηγούμενης εικοσαετίας. Στη ναζιστική Γερμανία ο φασισμός απέκτησε την πιο ριζοσπαστική μορφή του, ερχόμενος στους λιγότερους (συγκριτικά με τις άλλες χώρες) συμβιβασμούς με τις συντηρητικές ελίτ και αντιμετωπίζοντάς τις νικηφόρα όταν προσπάθησαν να αντιδράσουν (με τη συνωμοσία των στρατηγών της Βέρμαχτ το 1944) στην καταστροφή που τους οδηγούσε ο Χίτλερ αρνούμενος να διαπραγματευτεί ειρήνη όταν φάνηκε ότι θα έχανε τον πόλεμο.

Πηγή: alfavita.gr

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: